Posts Tagged ‘english poem’

nostos and algos cover_300

TIDES

With persistence and patience
you coached your body
to the ebb and slow
current of melancholy tide
often you went forth and
many a time you reclined back
taking and giving
learning and teaching
until the final Acheron
with its undulating end
going one direction
and you know
this better not be the final
still you have
many things to see
many goals to pursue
still you have
many people to touch
joys and sorrows to live

then, there must be
another time
there must be
it must

ΡEYMATA

Με υπομονή κι επιμονή
κράτησες τη ζωή σου ανάμεσα
σε πλημμυρίδα χαρωπή
κι άμπωτη μελαγχολική,
συχνά πήγες μπροστά
και πίσω αμέτρητες φορές
κι έδωσες και πήρες
και δίδαξες κι έμαθες
ίσαμε την υγρή εκείνη όχθη
του ήρεμου Αχέροντα
με το μεθυστικό ρυθμό του
προς μια κατεύθυνση
την τελική,
που πιθανόν και να μην είναι
έχεις να δείς ακόμα τόσα
κι έχεις να πείς πολλά
ακόμα τόσες ν’ αγκαλιάσεις
χαρές και λύπες
πρέπει λοιπόν να υπάρχει
κι άλλη μια φορά.

Σίγουρα πρέπει
να υπάρχει.
Οπωσδήποτε
πρέπει

~NOSTOS and ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

THE SATRAPY

How unfortunate though you are made
for great and beautiful deeds
your unjust fate always denies you
encouragement and success;
worthless habits, pettiness
and indifference distract you.
And what a horrible day when you give in
(the day you let yourself give in)
and you set out on the road to Susa
and you approach the monarch Artaxerxes
who favors you with a place at his court
and offers you satrapies and such.
And you accept them in despair
these things that you don’t want.
Your soul craves other things, yearns for other things:
the praise of the people and the sophists,
that difficult and priceless “Well Done”;
the Agora, the Theater, and the Laurels.
Will Artaxerxes give you these things?
Can your Satrapy provide them?
And what sort of life will you live without them?

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ επιτυχία να σε αρνείται
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία
και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

~Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~C. P. Cavafy-Poems/translated by Manolis Aligizakis

images giorgos-8emelis-557x260

“Lone Elegy for Anreas Kalvos” by George Themelis

Forgotten voyager

in stagnant rivers wayfaring at night
you came this fiery dawn lighted
by funerary doves in the heart of winter

bitter and resolute

you spoke in a language speckled like crashed marble
and you only wore the black attire of your mourning loneliness

you gazed the railings of dawn and your heart jumped
from one peak to another, from mountain to mountain
trying to wound the clouds with the clang of the brave bird

Castalian swan

Lonely and unapproachable in your entrenched sorrow
what grief pounded your chest and made it echo
unlike the sound of a sorrowful flute, like the winged thunder

(lethal archer, you who aims with a steady arm
lover of the pure blue, the highest precipice
let me touch your waist like an impious man and
let my fingers be severed and my tongue be slit)

you weren’t meant to walk on land
you were meant to be with the eagles and the lions in the gardens of Muses
where the first flash of the day shines lovingly
where the light-blue of the horizon has never been stained by smoke
and you’re meant to strike and break all the chords of the lyre one by one
and the Muse of Virtue will awake on the bed of the wings
undone and naked to take you
over to the immeasurable void of the heavenly deserts

I bring myrtle and cypress branches

But where can I find your shadow, your humble screen
that keeps the ash of your sleep tightly held in a foreign land?

Perhaps the north wind has taken it, a lucky charm
perhaps the earth has taken it on its marble bed
under the quiet frozen wings of the deep night
that it won’t hear the bubbly glasses amid the smoke and flames
the rushing wind hitting and breaking the window panes

~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
Γιώργου Θέμελη ‘Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου’

Λησμονημένος ταξιδευτής.

Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.

Πικρός κ’ αλύγιστος.

Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.

Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου

Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.

Καστάλιε κύκνε.

Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.

(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)

Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.

Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.
***

Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.

Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.

Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.
~ Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)
~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

cavafy copy

THE CITY

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.
Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»
Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς
τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς
καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.
Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

“C. P. Cavafy-Poems”, Libros Libertad, 2008/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

THRUSH

THE LIGHT

As the years go by
the judges who condemn you multiply;
as the years go by and you speak with fewer
voices,
you see the sun with different eyes;
you know that those who stayed behind, deceived you,
delirium of the flesh, the beautiful dance
that ends in nakedness.
Like when at night you turn in the empty road
suddenly you see the eyes of an animal shine
that have already vanished, thus you feel your own eyes.
you look at the sun, then you are lost in the dark;
the Doric chiton
that your fingers touched and it swayed like the mountains,
is a marble in the light, but its head lies
in darkness.

ΚΙΧΛΗ
ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγώτερες
φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου,
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
σκοτάδι.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis