Posts Tagged ‘empty’

cavafy-by-manolis

ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ

Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορόνει,
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρόνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μές στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φως δεν είν’ αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.

CHANDELIER

In a small, empty room, just four walls
covered by solid green pieces of cloth,
a beautiful chandelier burns and blazes;
and in each one of its flames kindles
a lascivious passion, a sensual fever.

In the small room, shining brightly
from the chandelier’s strong flame,
a light that is not at all ordinary.
The rapture of its warmth
is not made for timid bodies.

Κ.Π Καβάφη — C.P. Cavafy-Poems
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη-Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca, 2008
http://www.authormanolis.wordpress.com

35774-tl

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ

     Κανείς δέ θά μάθει ποτέ μέ πόσες αγρύπνιες συντήρησα τή ζωή

μου, γιατί έπρεπε νά προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τήν

καταχθόνια δύναμη, πού κρατούσε αυτήν τήν αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μέ κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νά βλέπω κρυμμένο τό μυστικό

πού φθείρουμε ζώντας, καί πώς θά επιστρέψουμε μέ άδεια χέρια

      καί συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι νά υπάρχουν, αλήθεια, στό σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τά γάντια τους γιά νά τό εξα-

κριβώσω, μά ήξερα πώς ήταν κι οι άλλοι, πού πονούσαν μέ γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι πού δέν ξανάφευγαν, κι άς μήν

τούς έβλεπα, έβλεπα, όμως, τούς αμαξάδες τους πού γερνούσαν καί

πέθαιναν έξω στό δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, πού ίσως,

βέβαια, καί νά μήν ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη πού

συνοδεύει τούς θνητούς.

EMPTY HANDS

     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we, by living, wear out and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometime I counted their gloves to confirm this although I knew

there were the others who were in pain with empty hands again at

other times foreigners would come never to leave again even if I couldn’t

see them however I saw their carriage men growing old and die out

in the street,

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps

most certainly wasn’t a harp but the immortal sorrow that escorts

themortals.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis