Posts Tagged ‘dreams’

Μουσείο Βατικανού

Ντά Βίντσι, Ραφαήλ, Μικελάντζελο, — πώς κλείσαν

τούς πιό μεγάλους ουρανούς στό ανθρώπινο πρόσωπο, στό ανθρώπινο σώμα,

νύχια ποδιών καί χεριών, φύλλα καί άστρα, θηλές, όνειρα, χείλη, —

τό κόκκινο καί τό γαλάζιο, τό απτό καί τό ασύλληπτο. Απ’ τό άγγιγμα ίσως

αυτών τών δακτύλων νά γεννήθηκε καί πάλι ο κόσμος. Η απόσταση

ανάμεσα σ’ αυτά τά δάχτυλα μετράει μέ ακρίβεια ακόμη

τήν έλξη τής γής καί τή διάρκεια.

Δέν αντέχω — είπε—

τόση ομορφιά καί τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θά βγώ στόν άσπρο εξώστη

νά κανπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά

τή θέα τής Ρώμης, βλέποντας κάτω τά μεγάλα λεοφωρεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στά προπύλαια τού Μουσείου,

σπάζοντας μέ τά δυό μου ΄δαχτυλα μέσα στήν τσέπη τού παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σάν νά σπάζω

όλους τούς ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες επιθυμίες.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

 

Vatican Museum

da Vinci Raphael Michelangelo, – how they incised

the greatest skies in the human face, in the human body

toenails and fingernails, leaves and stars, nipples, dreams, lips, –

to red and the light blue the tangible and the inconceivable. Perhaps from

touching of these two fingers the world was reborn. The space

between these two fingers still measures accurately

the earth’s pull and duration.

I can’t bear it – he said –

so much beauty and so much sinful sanctity. I’ll go out to the white

balcony and smoke fifteen cigarettes in a row, marveling at the

view of Rome from high above looking at the big buses below

unloading bunches of tourists at the Museum’s front

breaking with my two fingers in my pants pocket

a bunch of stolen toothpicks, as if I would break all

the wooden crosses where all human desires were crucified.

             

                                                                                            ~Rome, 18-9-78

~translation Manolis Aligizakis

~Yannis Ritsos-Poems”  www.libroslibertad.ca

Στήν Οδό πού δέν ονομάστηκε “οδός Παζολίνι”

Πλατύ πρωινό τής Ρώμης πού πλαταίνει τό σύμφωνο λάμδα

μές στίς φωνές τών μικροπωλητών, στά λάστιχα τών έοφωρείων,

καί στή σιωπή τών αγαλμάτων.

Ώχρα σκιασμένη στίς ανατολικές προσόψεις

τών μαγαζιών καί τών μεγάρων. Πόρτες καί πόρτες

συγκρατούν τά ημικύκλια τών ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,

— είπε —

σέ μιάν αρχαία πολιτεία, μέ κόκκινα σκοτεινά χρώματα,

νά υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ τό χέρι τής μάνας τους

σ’ αυτούς τούς πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,

εδώ

πού ο Παζολίνι σεργιανούσε τίς νύχτες του, — Στρατσιόνε Τέρμινι, εδώ

πού σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων

πουλούσε στούς περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο

τό `δεσα στό λαιμό μου, καί καταμεσής τού δρόμου σφύριξα:

Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς  ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι,  Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς

ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

The Street That Was Not Named “Pasolini Street”

Wide morning in Rome that widens the consonant l

amid the vendors yelling, the tires of buses

and the statues’ silence.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at one time. Strange –

he said –

in an ancient city, with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets, under the countless windows,

here

where Pasolini saunter in the night – Termini Station, here

in an outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one

and tied it around my neck and in the midst of the street I whistled

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l, C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l

 

                                                                               ~Rome, 18-9-78

~Translation, Manolis Aligizakis

~“Yannis Ritsos-Poems” www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

Moonlight Sonata

Let me come with you What a moon tonight!
The moon is good – it doesn’t show my
gray hair The moon will turn my hair golden again
You won’t see the difference
Let me come with you

When the moon is up the shadows in the house grow longer
invisible arms pull the curtains
an invisible finger writes forgotten words in the dust
on the piano – I don’t want to hear them Keep silent

Let me come with you
down the road to the brick factory’s wall fence
to the point where the road turns and the city
appears airy though made of cement whitewashed by moonlight
so indifferent and fleshless
so positive like beyond flesh
that after all you can believe you exist and don’t exist
that you have never existed that time and its ravaging never existed
Let me come with you

We shall sit on the ledge of the knoll for a while
and as the spring breeze blows on us
we may imagine we shall fly because
many times even now I hear my dress rustling
like the sound of two powerful wings flapping
and when you enclose yourself in this sound of flying
you feel firmness in your neck your ribs your flesh
and thus firmly put within the muscles of the blue wind
within the vigorous nerves of the height
it doesn’t matter whether you leave or return
and it doesn’t matter that your hair has turned gray
(this is not my sorrow – my sorrow
is that my heart hasn’t turned white)
Let me come with you

I know that everyone marches to love alone
alone to glory and to death
I know it I tried it It’s of no use
Let me come with you.

απόσπασμα

Αφησε με νάρθω μαζι σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλο το φεγγάρι,–δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλια μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσα τα μαλλια μου. Δε θα καταλάβεις.
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μές το σπίτι
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες
ένα δάχτυλο αχνο γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια—δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Αφησε με νάρθω μαζι σου
λίγο πιο κάτου ώς τη μάντρα του τουβλάδικου
ως εκει που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετικη σαν μεταφυσικη
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτε δεν υπήρξες δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορα του
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι πάνω στο ύψωμα
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορει να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε
γιατι πολλές φορές και τώρα ακόμη ακούω το θόρυβο του φουστανιου μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστο το λαιμο σου τα πλευρα σου τη σάρκα σου
κ’ έτσι σφιγμένος μες τους μυώνες του γαλάζιου αγέρα
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους
δεν έχει σημασία αν φεύγεις η αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλια μου
(δεν είναι τούτο η λύπη μου—η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει η καρδια μου)
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελει.
Αφησε με νάρθω μαζι σου.

~Yannis Ritsos-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca