Posts Tagged ‘denial’

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

DENIAL

Posted: 07/10/2013 by vequinox in Art, Canada, Greek Canadian Writers, Literature, Photos, Poetry
Tags: , , ,

DENIAL

My erotic poem Denial combined with a sensual picture

ritsos front cover

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στά παράθυρα

όπως εκείνοι πού πρόκειται νά χωρίσουν.

Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν

τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα

είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,

αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια

σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—

η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα

έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό

        δυνατό απ’ τό χέρι του

κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—

θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω

τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

Solidarity

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

Γιάννης Ρίτσος “Εκλεγμένα Ποιήματα”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos “Selected Poems”/Translation by Manolis

www.ekstasiseditions.com