Posts Tagged ‘Death’


Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.


Near you the winds don’t blow wild

light and serenity dwell near you

around the golden spinning wheel

of our minds the rosy thought swirls.


Near you silence resemble laughter

that reflects in tender glances

and when we talk lazy joy

takes wings next to us.


Near you sadness blooms

like a flower and unsuspectedly

passes through life

near you everything becomes soft fluff

a caress, like dew, like a breath.


Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016



Εἶσαι ἄντρας. Ὅμως ὁ ἴδιος πάντα μένω·
τὰ χρόνια ποὺ περάσανε μὲ ἄφησαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Καὶ δὲν ποθῶ πιὰ τίποτε ἀδελφέ μου·
τὰ ὀνείρατα στὰ χέρια μου ἐσκορπίσαν
καὶ τά ῾δωκα, ροδόφυλλα τοῦ ἀνέμου.

Ὤ, πότε θὰ μπορέσεις νὰ ξεχάσεις
τὶς ἔγνοιες τῆς ζωῆς ποὺ σ᾿ ἐκερδίσαν
νά ῾ρθεις ἀπὸ ῾κει πέρα, νὰ περάσεις
τριγύρω μου τὸ χέρι καὶ σκυμμένος
ν᾿ ἀκούσεις ὅσα πάθη ἐγονατίσαν
αὐτὸν ποὺ τόσο σοῦ ῾ναι ἀγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανὰ θὰ σοῦ μιλοῦσα,
θὰ σοῦ ῾λεγα πὼς ὅλοι μ᾿ ἐμισῆσαν,
πὼς ρεύοντας τὸ δρόμο μου ἐτραβοῦσα,
διωγμένος κάθε μέρα ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
μὴ ξέροντας ποιοὶ τόποι μ᾿ ἐκρατῆσαν,
μὴ ξέροντας σὲ ποιοὺς πηγαίνω τόπους.

Κι ὡς εἶσαι λατρεμένος ἀδελφός μου,
τὰ μάτια σου κοιτώντας ποὺ ἐδακρῦσαν,
θὰ ξεχνοῦσα τὰ βάσανα τοῦ κόσμου,
καὶ βλέποντας μακριά, κατὰ τὴ δύση,
τὰ συννεφάκια ποὺ θαμπὰ ἐχρυσίασαν
φιλώντας ἱλαρὰ τὸ κυπαρίσσι,

γιὰ μιὰ μικρὴν ἡλιολουσμένη πόλη,
γιὰ ἕνα μεγάλο σπίτι ποὺ ἐκυλήσαν
τὰ πρῶτα πρῶτα χρόνια μας καὶ οἱ βόλοι,
γιὰ τὶς χαρὲς ποὺ ἀκόμα μὲ κρατοῦνε
ἱκέτη, θὲ νὰ σοῦ ῾λεγα, μὰ ἐσβῆσαν,
γιὰ τοὺς καιροὺς ποὺ δὲ θὰ ξαναρθοῦν




You are a man. I’ve remained the same

as the years that went by left me

a strange boy who has aged

and I don’t hope for anything more, my brother

my dreams scattered from my hands

like rose-petals I’ve given to the wind.


Oh, how I wish you could forget

the concerns of life that consume you

and come over here, pass your arm

around me and leaning you’d hear

the passion that has pushed down

the one you once loved so much.


My dear brother I would tell you in a low tone

how all people have hated me

and how I ploughed along straight

going daily a little more away from them

not knowing which direction I was going

not knowing which places would hold me


and as you are my beloved brother

and when seeing your teary eyes

I would forget of all the struggles of life

and gazing far away to the western sky

the little clouds that turned golden

kissing tenderly the top of the cypress


I would seek a simple sun-flooded city

and the big house where we spent our first

years and where we played the marbles.

I’d tell you about the joys I still enjoy

about the ones that have vanished

and for the days that will never come back.


Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016



Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.

Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»

Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.

Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε — παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο —
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!



Don Quixote marches ahead gazing the edge

of his spear where he hanged his vision like a flag

short sighted visionary with but one tear

to humanly accept each curse and insult.


He stumbles onto the logic and staffs of others

whipped funny and crawling mid of the road

Sancho said “I told you so” but the ones with great

plans remain calm and cry out “Sancho my horse.”


Thus if Cervantes wishes it I saw them

in their painless lives the knights of the dream

mounting their horses lamely and breathing bitterness

teary eyed ready to abandon the previous deeds


and I saw them returning — insane and beautiful

archons who fought for the inexistent kingdom

and flowing like the armour garment of the knight

their open their wound and show it to the sun



nostos and algos cover


Στάθηκε στο παραπέτο του παλιού κάστρου

από κάτω μας η πεινασμένη άβυσσο

λίγο βαθύτερα η θάλασσα λαμποκοπούσε

κι ημερωμένα κύματα χαιδεύαν

το κίτρινο αμμουδερό ακρογιάλι


και σήκωσε το χέρι του οριζόντια

λες κι ορκιζόταν στ’ ατέλειωτο του ήλιου

σαν να υποσχόταν να ξαναγυρίσει

μιαν άλλη φορά σαν χρειαστούμε

καινούριο σύμβολο, κάποιον

που να σταθεί κατά της απληστίας

και της αδηφαγίας μερικών


που όλοι μέσα τώρα κολυμπούσαν

βολεμένοι και παχουλοί

στη πρόσκαιρη χαώδη χόρταση

και το κάστρο τούτο που δεν ανεχόταν

ηγέτες με τις παρωπίδες έτριξε κι ίσως


γι’ αυτό κι ο ήρωάς μας επέμενε να δείχνει

τη θάλασσα προς κάτω και σιγοπερπάταγε

προς την άκρη του τειχιού κι έκανε το σχήμα

του σταυρού πάνω απ’ το αιώνειο κενό

πριν αφεθεί στη λύτρωση του μηδενός




He stood at the edge of the old

castle’s parapet

below it the hungry abyss

even lower the gleaming sea

ready to splash its first wave

onto the yellow soft sandy beach


and he raised his arm

as though taking an oath

as though promising to come back

at another time when we’ll need


a new leader to guide us

to our final victory against

our own greed and gluttony that

we’re comfortably in

and exquisitely satisfied


and the old castle creaked as

it couldn’t tolerate leaders with blinkers

though our hero pointed to the horizon

while stepping on the parapet’s edge

and crossed himself over

the void before he flew

to the deliverance of emptiness


~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2012



Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε




They are mine, my friends, as if my blood

they speak, like words and pieces

of my heart that I give away

like tears from my eyes that I give you


they reach you like saddened smiles

since I narrate my life through them

I the sun I dress them with the sun of day

like belts to keep when a night I become


the oversee the sky and the earth

yet they question what is still missing

and they’re bored and they wither

sons who have sorrow as their mother


the laughter of the smoothest tune

I echo the passion of the flute

for them I’ve become the ruler

who has lost the love of his people


there they floe and they fade never

to stop yet slowly they cry

turn your glance elsewhere oh, mortal

bring your ship oh, forgetfulness that they sail on it.


KOSTAS KARYOTAKIS, translated by Manolis Aligizakis