Posts Tagged ‘Death’

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είνε η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
μου αρνιέται την ψυχή μου.

 

OH, DIM THIS LIGHT

 

Please, dim this light

what use is it in the night?

The day has passed, enough.

Perhaps my sleep waits

for me somewhere around here

 

and even if it finds it hard

to come, I long for it.

My soul waits in my mouth

I’ve stopped sobbing

my breast is tired

 

take the light away. Time has

come for me to be alone

enough fraud for one life

each effort becomes an enemy

in my last fight

 

let the laments stop

let me keep something

with which to fool the night

so that it may look warmly

at my concerned eyes.

 

Take the light away.

My moment has come.

It’s time to sleep.

Take the light. It tyrannizes me.

It denies me my soul.

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη

 

FOR A YOUNG MAN WHO TOOK HIS LIFE

 

For who was chased by a ghost

in the dark extensions of his life

his joys, his commitments in a flash

turned into pretenses for his ardor.

 

The beautiful books, his mind a starting

point, some moments violent lover

then his face turned mysterious

nothing next to him would match a strange man

 

who stayed around us with a distorted face

he wouldn’t accept our suspicion

that something horrible was coming to him

he was strangely beautiful like those

 

who Death had already marked

he gave himself to every danger

as if someone had already claimed him.

They found him with a single mark on his temple,

 

he was a total victory like the light

that sheds around it darkness. He was simple and serene

a smiling reborn face

as if he had become a thank you

logos on the cross hairs of evil.

 

KARYOTAKIS/POLYDOURI — THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

 

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Maria Polydouris’

Σαν πεθάνω

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ’ στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό
στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,
στο άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό.

Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θαφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ’ αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θάρθη να στο πη και τότε πια,
όση σου απομένει αγάπη, θάναι σα θαμπό καντύλι
– φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά

WHEN I DIE I’ll die during a melancholy April dawnwhen a rose will shyly bloom in my pota little new life — and my lips will closeand my eyes will close automatically, silently. I’ll die during a dawn grieving like my life its freshness like a consoling tear flowingto the holy ground that will adorn my joy with rosesthe holy ground that will become my death bed. What I loved in my life will scattervanish far away like summer cloudsonly who loved me will come to say goodbyeand they will kiss me like pale moon rays. I’ll die during a melancholy April dawnmy last breath will come to let you knowthe love you felt will become foggy candle,poor memory, forgetfulness in my grave.

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Kostas Karyotakis’

ΒΡΑΔΥ

Τὰ παιδάκια ποὺ παίζουν στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι
μιὰ ἰαχὴ μακρυσμένη —
τ᾿ ἀεράκι ποὺ λόγια μὲ τῶν ρόδων τὰ χείλη
ψιθυρίζει καὶ μένει,

τ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια ποὺ ἀνασαίνουν τὴν ὥρα,
ἡ ἀδειανὴ κάμαρά μου,
ἕνα τραῖνο ποὺ θά ῾ρχεται ἀπὸ μία ἄγνωστη χώρα,
τὰ χαμένα ὄνειρά μου,

οἱ καμπάνες ποὺ σβήνουν, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτει
ὁλοένα στὴν πόλη,
στῶν ἀνθρώπων τὴν ὄψη, στ᾿ οὐρανοῦ τὸν καθρέφτη,
στὴ ζωή μου τώρα ὅλη…

EVENING

The children that play in the spring dusk

far away echo —

the breeze whispers and remains

in the lips of the rose petals

the open windows that breath the hour

my vacant room —

a train coming from a foreign land

my vanished dreams

chime of bells that fades, evening that descends

onto the city —

onto the faces of people, into the mirror of the sky

in all my life right now.

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

 

Η τελετή είχε αρχίσει. Η πομπή ανηφόριζε το λόφο.

Στα χέρια τους κρατούσαν πεπλοφόρα ξύλινα αγάλματα. Κόρες

με διάφανους χιτώνες ρίχναν κιόλας το ακόντιο. Κάτω απ’ τις λεύκες

οι εννιά ληστές παίζαν τα ζάρια. Πιο κάτω, πλάι στο ποτάμι,

οι αυστηροί ελεγκτές με αδιάβλητη ακρίβεια μετρούσαν

τα όργανα των εφήβων. Ο Εύμολπος, φυγόπονος πάντα,

έτρωγε μια κονσέρβα κάτω απ’ την αψίδα. Τότε, ο Τυφλός,

με άσπρη ταινία στο μέτωπο κι ένα κανίσκι σταφύλια,

πέρασε μπρός μου και μου άφησε στα γόνατα τη λύρα.

 

 

RITUAL

 

The ritual had started. The procession was going up the hill.

In their hands they held wooden statues in peplos. Korae

in diaphanous chitons threw their spears. Under the poplars

the nine thieves rolled the dice. Farther down, by the river,

the strict supervisors counted the phalluses of the ephebes

most accurately. Eumolpos, always lazy,

under the arch, was eating out of a can. Then, the Blind One,

with a white band on his forehead and a basket of grapes,

passed in front of me and placed the lyre on my knees.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com