Posts Tagged ‘couch’



Ο άντρας καθόταν στον καναπέ, μιλούσε,
άκουγε τη φωνή του, διόρθωνε τον τόνο της. Η γυναίκα
διόρθωνε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη.

Τα μαλλιά της γυναίκας είταν βαμμένα.
Η φωνή του άντρα είταν βαμμένη. Το `ξέραν.

Σβήσαν το φώς. Γονάτισαν αντικρυστά και κλάψαν.
Ύστερα κάναν έρωτα στο πάτωμα. Κ’ έξω, η γριά
χτυπούσε τη μπετούγια της σιδερένια πόρτας.


The man was sitting on the couch; he was speaking;
he was listening to his voice; he corrected its tone. The woman,
before the mirror, was fixing up her hair.

Her hair was dyed.
The man’s voice was dyed. They knew it.

They turned off the lights. They kneeled opposite each other and cried.
Then, they made love on the floor. And outside, the old woman
knocked the latch of the metal door.


~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large



Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα
ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα
στο κάτω υπόγειο—χρόνια σε αχρηστία. Κυριακή μεσημέρι
κ’ έλεγες: “Καλημέρα σας, κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγό σας”,
γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι άς μην είταν κανένας ν’ακούσει,
κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’αργά πόδια των νεκρών
με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,
που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο
δεμένο με κίτρινο σπάγγο, κ’ ένα χέρι στην τρύπα του τοίχου
τραβώντας το σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει
αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία—ένα πήδημα
ψηλώτερα απ’ το θεμιτό,— ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.


These springs of old sofas, the twisted wires
dressed by the austerity of rust, thrown away
in the lower level of the basement – for years useless. Sunday
noon and you said “Good Morning sir, my regards to your wife”,
because you had to say something, even though no one listened to you,
looking through the low window the slow legs of the dead
with their freshly polished shoes; and down on the floor
that still smelled of very old spilled grape must, a severed hand
tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall
that pulled the string, making the other hand jump
uncontrollably, unexpectedly, sorrowfully and somehow funny –
a jump higher than possible – a jump as if out of this world.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis