Posts Tagged ‘chair’

Ritsos_front large

Την καλόπιασα—λέει—τη μαύρη αρκούδα, τη μέρεψα.
Της έρριξα πρώτα το ψωμί μου, μετά το κεφάλι μου.
Τώρα η αρκούδα είμαι εγώ κι ο καθρέφτης.
Κάθομαι στην καρέκλα, περιποιούμαι τα νύχια μου,
τα βάφω κόκκινα ή κίτρινα, τα βλέπω, μ’ αρέσουν.
Δεν μπορώ τίποτα ν’ αγγίξω. Φοβάμαι το θάνατο.
Την αλυσίδα του λαιμού μου την έκανα κορώνα,
τη φόρεσα στο μέτωπό μου. Τώρα, τί να κάνω;
Πρέπει να στέκω με ψηλά το κεφάλι, να κοιτάζω
διαρκώς προς τα πάνω. Τα μεσάνυχτα, ωστόσο,
στις νέες μου αυπνίες, όπως κι άν περπατήσω,
ακούω τα βήματά μου ν’ αντηχούνε κάτω στην καταπακτή,
εκεί που κρέμονται στους τοίχους οι άλλες αλυσίδες.



I coaxed her – he says— the black bear, I tamed her.
First I threw my bread at her, then my head.
Now I am the bear and the mirror.
I sit on the chair, I take care of my nails,
I paint them red or yellow, I see them, I like them.
I cannot touch anything. I’m afraid of death.
I turn the chain of my neck into a crown and
I place it on my forehead. Now, what can I do?
I must keep my head high and always
gaze upward. However, at midnight,
in my new sleeplessness, in whichever way I walk,
I hear my footsteps echoing down through the trapdoor,
there, where the other chains hang from the walls.


~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

Νυχτερινό επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τί να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα νά σκεφτεί, νά θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε τό καρφί μέ τό μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε τό χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ τό φεγγάρι πού στεκόταν στό παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στό κρεββάτι του. Τά πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στό μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ τήν κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται μέ τά μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι νά φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τόν πιστό μάρτυρα πού σού χρειάζονταν τόν έχεις,
τόν ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, τό ξέρεις,
τ’ αγάλματα δέν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.
Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember anything. He got up,
covered the nail with his kerchief. And suddenly
he noticed his bruised arm, painted by
the moon coming through the window. The killer,
in his bed, had gone to sleep. His legs,
uncovered, strong, with perfect toenails, with a callus on
the small toe, visible under the blanket
and his hairs were curling erotically. The statues
always sleep like that with open eyes and
you don’t have to fear a dream or a word –
the true witness you needed, you have him,
the precise and trustworthy; because, you know,
statues never betray, they only reveal.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis