Posts Tagged ‘Cafe’





Έχω το φως—λέει. Δε ζητάει άλλους συμμάχους.

Αργεί η Δευτέρα ως το Σάββατο. Φεύγουν τα τραίνα.

Αυτός περνάει μπροστά στο καφενείο, κοιτάζει μέσα,

πόδια και πόδια κάτω απ’ τα τραπέζια, ποτήρια

επάνω στα τραπέζια και φλιτζάνια κι ένα λεμόνι,

μεγάλα χάλκινα κουμπιά από σκισμένα σακάκια

κατρακυλάνε στο γυμνό κατήφορο, τ’ ακούει,

αλλού σταματάει το καθένα, στη θάλασσα δε φτάνουν.







I have the light – he says. He doesn’t seek other allies.

Monday to Saturday is a slow process. The trains leave.

He passes by in front of the café; he looks inside;

legs and legs under the tables; glasses

on the tables and cups and a lemon;

big bronze buttons from ripped coats

roll down the bare slope; he hears them;

each of them stops in a different spot; they don’t reach the sea.





Σ’ ένα υπόγειο καφενείο
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ.
Γιατί μια ζωγραφιά του Αβέρωφ
και μια φωτογραφία του ιδιοκτήτη
(που διέκοπταν ηρωικά
του τοίχου την ανία)
μας έτερπαν περίσσια.



In a basement café
that offered pleasant privacy
around noon
we tuned ourselves.
Soon after
we felt lust taking over us
which suited us well
since an old painting of Averof
and a picture of the owner
(heroically interrupting
the boredom of the wall)
profusely entertained us.

~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis



Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αϋπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

Late at night, when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts, he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front, steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes,
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble, while
down in the courtyard with the broken flagstones, the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis