Posts Tagged ‘bull’



Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.


Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Πηνελόπη ΙΙ

Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.

Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

Penelope II


I waited and waited

without body, just a soul: smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.


Though purposefully history ignored it.


Στο στόχαστρο


Ήμουν κόκκινο πανί γι’ αυτόν

συνεχώς και με ένταση στο στόχαστρό του.

Στο διηνεκές με σκόπευε,

κι έβαζα επιτηδειότητα στους ελιγμούς, τα ξεγλιστρήματά μου,

λίγο ν’ αναβάλλεται το ξεμονάχιασμα,

που ανενδοίαστα θα έφτανε

στο επίμαχο θέμα: «Δεν μου αρκούνε τα φιλιά,

σε θέλω ολόκληρη».


Έγινε συμπτωματικά, απρογραμμάτιστα

και διαγράφηκε στην εντέλεια.

Διαγράφηκε όσο κράτησε

ο περίπατος μας στο λιμανάκι.

Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές

και οι θάμνοι.

Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά

έμοιαζε με φιγουρίνι.

Επέμενε να προχωρήσουμε

και να ξαπλώσουμε στους θάμνους,

μέσα στη σκόνη και το φως

που ανελέητα κυριαρχούσε.

Παράτολμος και αδίστακτος.

Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.



In His Scope


To him I was like the red cape to the bull

always and intensely in his scope.

He’d always come near me and

with care in my movements I avoided him,

enough to get rid of that alone moment with him,

when he would always say to the point in hand:

‘Kisses aren’t enough

I want the whole of you.’


It was a stroke of luck, no particular planning

that it took place to the detail.

We walked along the little cove.

Further on remoteness and shrubs.

He was sunburn and dressed in white

looked like a model.

He insisted to walk and lay down

on the brushes, in the dust,

in the brightness of daylight

that mercilessly reigned everywhere.

Unstoppable and demanding, he was.

When I rejected him, I had already regretted it.

Χλόη και Αλεξάνδρα-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra-Poems/translated by Manolis Aligizakis