Posts Tagged ‘bridge’

Image

 

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.
Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.
Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.
Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να
περάσουν το ποτάμι.
Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί
ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν
το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.
Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα
και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-
λεψαν με το νερό
ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι
ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι
σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.

 

AFTER THE FLOOD

Those days it rained unceasingly. Torrential rain.
The river flooded. You couldn’t see the bridge.
People stood by the banks. They waited. The rain wouldn’t stop.
Some did away with their underpants and shoes so they
could cross the river.
Then they stayed like that. They didn’t cross. They stayed in the rain
naked until night came and we didn’t know further: did they stay
there? Did they cross? Did they drown?

The next day it was sunny. The river had receded.
Eros went back and forth on the bridge playing with the leaves
and no one remembered anymore the deeds of the ones who fought
the water
neither the cries of those who the river separated
nor those who drowned during the night.

One shoe sailed calmly on the river
like a boat of a bird amid the games of the water and the sun.

 

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts, he just left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge, a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side,

     I remembered the first night when we buried father—oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness,

    forlornness, and only the cracked walls made visible the horrible

faces, the silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely, that I heard the other voices, and when

night came, the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

on top of my body.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τή νύχτα, χωρίς νά τό καταλάβω, έφτανα σέ μιά άλλη

πόλη, δέν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, πού ονειρευόταν κάποτε νά

γίνει μουσικός, καί τώρα καθόταν μισόγυμνος μές στή βροχή — μέ

τό σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στά γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “τό ακούς;” μού λέει, “ναί, τού λέω, πάντα τό

άκουγα”,

     ενώ στό βάθος τού δρόμου τό άγαλμα διηγόταν στά πουλιά τό

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city,

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician, and now half naked he sat in the rain—with

his coat he had covered on top of his knees an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me, “yes, I say to him, “I have

always heard it”,

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

tothebirds.

Τάσος Λειβαδίτης/Νυχτερινός Επισκέπτης-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis/Night Visitor-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca