Posts Tagged ‘blood’

 

AGAIN A GREEN RIVER

Again a green river plunders me
and accord of grass and poplars
where the gleam of dead snow is forgotten.

And here within the night, mild lamb
has howled with head of blood:

there floods, in the outcry, the time
of the long wolves of winter,
of the well, homeland of thunder.

ΠΑΛΙ Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Ο πράσινος ποταμός με λεηλατεί
κι η αρμονία του γρασιδιού με τις λεύκες
εκεί που λυώνει το χιόνι ξεχάστηκε.

Κι εκεί μέσα στη νύχτα το μικρό αρνάκι
με το ματωμενο κεφάλι βέλαξε:

εκεί πλημυρίζει, στην κατακραυγή,
η ώρα των ατέλειωτων λύκων του χειμώνα
στην ήρεμη πατρίδα του κεραυνού.
~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

Advertisements

 

autumn leaves cover

ΑΙΜΑ

Πολλοί ποτέ δεν έμαθαν
πως είτε βγει ο ήλιος
πίσω απ’ το βουνό είτε εκτοξευτεί
απ’ την κάννη πιστολιού
είναι γιομάτος φλόγα
και σε καίει. Γι’ αυτό
και τόσα όνειρα μείναν ανεκπλήρωτα
κι η ευτυχία ανεξήγητα καθόταν
στη βιτρίνα εμπορικού καταστήματος
τη μοναξιά στην εκκλησιά δοξολογούσαν
ώσπου τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
με το ακρωτηριασμένο μπράτσο,
κάτοχος του μεγάλου μυστικού,
με το αριστερό του χέρι αρχίνησε
να γράφει σε ξενους τοίχους ξεβαμένους,
πάντα η αλήθεια το τσιμέντο κοσμεί,
μέ γράμματα ολοκόκκινα: “αίμα-αίμα.”
BLOOD

Most people never understood that
whether the sun rises
from behind the mountain or
is shot out of the pistol’s barrel,
it always burns you.
For this so many of our dreams
remained unrealized,
inexplicably happiness was laid
in the display window
of the department store and
loneliness was again eulogized
in the church and as the years went by
him, the one with the severed arm,
kept on writing on other people’s discolored
walls, truth always decorates the cement,
with fiery red letters: “blood-blood.”

 

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2014

74001 3

ODYSSEY A

And when in his wide courtyards Odysseus had cut down
the insolent youths, he hung on high his sated bow
and strode to the warm bath to cleanse his bloodstained body.
Two slaves prepared his bath, but when they saw their lord
they shrieked with terror, for his loins and belly steamed
and thick black blood dripped down from both his murderous palms
their copper jugs rolled clanging on the marble tiles.
The wandering man smiled gently in his horny beard
and with his eyebrows signed the frightened girls to go.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ Α

Σαν πια ποθέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές του,
το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας
και διάβη στο θερμό λουτρό, το μέγα του κορμί να πλύνει.
Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη
μπήξαν φωνή, γιατι η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν
και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες
και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελλιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες το κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.

~ODYSSEY, by NIKOS KAZANTZAKIS, translated by KIMON FRIAR

Nikos Kazantzakis
1883-1957
Nikos Kazantzakis was born in Heraklion, Crete, when the island was still under Ottoman rule. He studied law in Athens (1902-06) before moving to Paris to pursue postgraduate studies in philosophy (1907-09) under Henri Bergson. It was at this time that he developed a strong interest in Nietzsche and seriously took to writing. After returning to Greece, he continued to travel extensively, often as a newspaper correspondent. He was appointed Director General of the Ministry of Social Welfare (1919) and Minister without Portfolio (1945), and served as a literary advisor to UNESCO (1946). Among other distinctions, he was president of the Hellenic Literary Society, received the International Peace Award in Vienna in 1956 and was nominated for the Nobel Prize in Literature.
Kazantzakis regarded himself as a poet and in 1938 completed his magnum opus, The Odyssey: A Modern Sequel, divided into 24 rhapsodies and consisting of a monumental 33,333 verses. He distinguished himself as a playwright (The Prometheus Trilogy, Kapodistrias, Kouros, Nicephorus Phocas, Constantine Palaeologus, Christopher Columbus, etc), travel writer (Spain, Italy, Egypt, Sinai, Japan-China, England, Russia, Jerusalem and Cyprus) and thinker (The Saviours of God, Symposium). He is, of course, best known for his novels Zorba the Greek (1946), The Greek Passion (1948), Freedom or Death (1950), The Last Temptation of Christ (1951) and his semi-autobiographical Report to Greco (1961). His works have been translated and published in over 50 countries and have been adapted for the theatre, the cinema, radio and television.

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

Tasos Livaditis_Vanilla

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis