Posts Tagged ‘beggar’



Κάθεται στο πεζοδρόμιο
το κεφάλι του ανεβοκατεβαίνει
σαν άρρωστο κολίμπριο

κι εσύ θέλεις ν’ αλλάξετε θέσεις

εκείνος να πάρει τη τσάντα σου
με τα μετρητά
το κοστούμι σου
τις μεταξωτές κάλτσες
και να σου δώσει την κίνησή του

σαν άρρωστο κολίμπριο

να βλέπεις τους διαβάτες
να ρίχνουν κάποιο νόμισμα
στο μικρό κουτί σου

ήχος συνείδησης δίχως ενοχή

απόηχος χρημάτων χαμένων
στις λάθος επενδύσεις
της πόλης άδειες καρδιές ηχούν
και πάνε πέρα δώθε χωρίς σκοπό


Man sits on the sidewalk
drumming his head up and down
like a sick hummingbird

and you want to trade places with him

he’ll take your briefcase
cash in it
your pinstripe
Italian loafers
satin socks and
give you his drumming exultation

performed in unsynchronized echoes

like a sick hummingbird

to see the passersby drop
odd coins in your tin cup

sound of conscience devoid of guilt

timid whispers of moneys lost
in bad investments
city echoes vacant hearts
coming and going to no-where





     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again 

in the idiocy of a system.


The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.


     Evoe, oh, free elements, evoe.


     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.




     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.


Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.


      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.


     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.