Posts Tagged ‘basement’

Ritsos_front large



Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα
ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα
στο κάτω υπόγειο—χρόνια σε αχρηστία. Κυριακή μεσημέρι
κ’ έλεγες: “Καλημέρα σας, κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγό σας”,
γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι άς μην είταν κανένας ν’ακούσει,
κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’αργά πόδια των νεκρών
με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,
που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο
δεμένο με κίτρινο σπάγγο, κ’ ένα χέρι στην τρύπα του τοίχου
τραβώντας το σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει
αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία—ένα πήδημα
ψηλώτερα απ’ το θεμιτό,— ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.


These springs of old sofas, the twisted wires
dressed by the austerity of rust, thrown away
in the lower level of the basement – for years useless. Sunday
noon and you said “Good Morning sir, my regards to your wife”,
because you had to say something, even though no one listened to you,
looking through the low window the slow legs of the dead
with their freshly polished shoes; and down on the floor
that still smelled of very old spilled grape must, a severed hand
tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall
that pulled the string, making the other hand jump
uncontrollably, unexpectedly, sorrowfully and somehow funny –
a jump higher than possible – a jump as if out of this world.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis




Σ’ ένα υπόγειο καφενείο
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ.
Γιατί μια ζωγραφιά του Αβέρωφ
και μια φωτογραφία του ιδιοκτήτη
(που διέκοπταν ηρωικά
του τοίχου την ανία)
μας έτερπαν περίσσια.



In a basement café
that offered pleasant privacy
around noon
we tuned ourselves.
Soon after
we felt lust taking over us
which suited us well
since an old painting of Averof
and a picture of the owner
(heroically interrupting
the boredom of the wall)
profusely entertained us.

~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis