Posts Tagged ‘barefoot’

inukshuks A


Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun-rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy


Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

Ritsos_front large

Εδώ, όσο σιγά κι άν περπατήσω μές στήν άχνα τής βραδιάς,

Είτε μέ τίς παντούφλες, είτε ξυπόλητη,

κάτι θά τρίζει, — ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, — δέν είναι δικά μου.

Έξω, στό δρόμο μπορεί νά μήν ακούγονται τούα τά βήματα, —

η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, —

κι άν κάνεις νά κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στόν άλλο καθρέφτη,

πίσω απ’ τή σκόνη καί τίς ραγισματιές,

διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό προσωπό σου,

τό πρόσωπό σου πού άλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά το κρατήσεις

     καθάριο κι αδιαίρετο.

Τά χείλη τού ποτηριού γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο

σάν κυκλικό ξυράφι — πώς νά τό φέρω στά χείλη μου;

όσο κι άν διψώ, — πώς νά τό φέρω; — Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις —αυτό μού απόμεινε,

αυτό μέ βεβαιώνει ακόμη πως δέ λείπω.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Here no matter how lightly I walk in the haze of evening

whether in slippers or barefoot

something will creak — a window cracks or a mirror

some footsteps are heard — they are not mine.

Perhaps these footsteps are not heard outside in the street

the repentance, they say, wears wooden shoes—

and if you see them in this or the other mirror

beyond the dust and the cracks

you’ll discern your face even hazier and more fragmented

your face that above all you wanted to maintain clear

       and indivisible.


The rim of the water glass shines in the moonlight

like a circular razor — how can I bring it to my lips?

When I thirst so much — how can I bring it? – You see?

I am still in the mood for similes – this has stayed with me

this still assures me that I am not absent.

Let me come with you.


ΓιάννηΡίτσουΗΣονάτατουΣεληνόφωτος/Yannis Ritsos-Moonlight Sonata

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis