Posts Tagged ‘ash’



Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015


Pompey—Death and Love

 To call it punishment? To call it repayment?— It was death.

The two charred bodies in their glass boxes,

petrified ash—we didn’t get scared at all. Outside, in the street

a child collected stones from Pompey in his light blue bucket,

the guards—one, an old man, his eyes sparkling under his

blue cap looking toward the pretty tourist girls, the other

young, with a pitch black mustache, touched the mural, with his

pointer, exactly on top of the naked woman’s belly button

as if showing to us the center of earth. (And of course

love more powerful than death).

We came out through

the second archway, inside the glorious gold-purple sundown

holding tight in our fingers the admission ticket, like we held tight

an obscene erotic note  although we wanted to announce it to

the whole world.


Yannis Ritsos ~The World is One”

Translated by Manolis Aligizakis


Πομπηία—Θάνατος κι έρωτας

Νά τό πείς τιμωρία; Νά τό πείς ανταμοιβή; — Θάνατος ήταν.

Τά δυό απανθρακωμένα σώματα μέσα στά γυάλινα κουτιά τους,

μαρμαρωμένη τέφρα, — δέν τρομάξαμε διόλου. Έξω, στό δρόμο,

ένα παιδί μάζευε πέτρες τής Πομπηίας στό γαλάζιο κουβά του,

οι φύλακες — γέροντας ο ένας, σπίθιζε τό μάτι του

κάτω απ’ τό μπλέ κασκέτο του κοιτώντας τίς ωραίες τουρίστριες, ο άλλος,

νέος, μέ κατάμαυρο μουστάκι, ακούμπησε τό δείχτη του

επάνω στήν τοιχογραφία, πάνω ακριβώς στόν αφαλό τής γυμνής γυναίκας

σάν νά μάς έδειχνε τόν ομφαλό τής γής. (Καί βέβαια

πιό δυνατός απ’ τό θάνατο ο έρωτας).


απ’ τή δεύτερη πύλη, μές στό ένδοξο χρυσοπόρφυρο λιόγερμα,

σφίγγοντας μές στά δάχτυλά μας τό εισητήριο εισόδου, σάν νά σφίγγαμε

ένα άσεμνο ερωτικό σημείωμα πού θέλαμε ωστόσο νά τό ανακοινώσουμε σ’

όλο τόν κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος~“Ο Κόσμος Είναι Ένας”



The secrets of the sea are forgotten on the shore

the darkness of the depths is forgotten on the surf

suddenly the memory corals shine purple…

Oh do not stir it…carefully listen to its soft


momentum…you touched the tree with the apples

the arm stretched out, the thread points the way and leads you…

Oh dark shivering in the root and on the leaves

were it just you that would bring the forgotten dawn!


May the lilies bloom again on the plain of separation

may the days mature, the embrace of heavens

may only those eyes gleam in the sun glare

let the pure soul be written like a song of flute…


Was it the night that closed its eyes? Ash remains

as though from a bow’s string a muffled sound

ash and vertigo on the black seashore

and a dense fluttering enclosed in the surmise


Rose of the wind, you knew but took us unknown

when thought built bridges so that

two fingers would entangle and two fates would go by

to be spilled into the low and becalmed light


~George Seferis, Erotikos Logos

~Τranslation Manolis Aligizakis



Τά μυστικά τής θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια

η σκοτεινάγρα τού βυθού ξεχνιέται στόν αφρό

λάμπουνε ξάφνου πορφυρά τής μνήμης τά κοράλλια…

Ώ, μήν ταράξεις…πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό


ξεκίνημά της…τ’ άγγιξες τό δέντρο μέ τά μήλα

τό χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει καί σέ οδηγεί…

Ώ σκοτεινό ανατρίχιασμα στή ρίζα καί στά φύλλα

νά `σουν εσύ πού θά `φερνες τήν ξεχασμένη αυγή!


Στόν κάμπο τού αποχωρισμού νά ξανανθίσουν κρίνα

μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκαλιές τ’ ουρανού

νά φέγγουν στό αντηλάλισμα τά μάτια μόνο εκείνα

αγνή η ψυχή νά γράφεται σάν τό τραγούδι αυλού…


Η νύχτα νά `ταν πού έκλεισε τά μάτια; Μένει αθάλη,

σάν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,

μιά στάχτη κι ένας ίλιγγος στό μαύρο γυρογιάλι

κι ένα πυκνό φτερούγισμα στήν εικασία κλειστό.


Ρόδο τού ανέμου, γνώριζες μά ανέγνωρους μάς πήρες

τήν ώρα πού θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός

νά πλέξουνε τα δάχτυλα καί νά διαβούν δυό μοίρες

καί νά χυθούν στό χαμηλό κι αναπαμένο φώς.


~Γιώργος Σεφέρης, Ερωτικός Λόγος