Posts Tagged ‘anchor’

nostos and algos cover


Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στά νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη καί συνέχεια
φωτισμένα απ’ τούς περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κ’ ύστερα βυθισμένα στή σκιά τού ταξιδιού
λοξά ιστία μέ κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σάν τίς ραγισμένες φτερούγες τών αγγέλων πού αμάρτησαν
οι στρατιώτες μέ τίς κάσκες
ανάμεσα στή νύχτα καί στό κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σάν τή συγνώμη πού έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στίς άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στό λαιμό τού ορίζοντα
κι άλλες αλυσσίδες εκεί στά πόδια τών παιδιών
καί στά χέρια τής αυγής πού κρατούν μιά μαργαρίτα.

Κ’ είναι τά κατάρτια πού επιμένουνε

νά μετρήσουν τ’ άστρα

μέ τή βοήθεια τής ήρεμης ανάμνησης

—μιά ανθοδέσμη γλάρων στήν αυγινή ευδία.


Φεύγει τό χρώμα απ’ τό πρόσωπο τής ημέρας

καί το φώς δέ βρίσκει ένα άγαλμα

νά κλειστεί νά δοξαστεί νά γαληνέψει.


Θά υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη

τήν ανοιχτή πληγή τού ήλιου

πού αναβρύζει σπόρους λουλουδιών

στήν ίδια πορεία

στήν ίδια ερώτηση

στίς γόνιμες φλέβες τής άνοιξης

που επαναλαμβάνει τούς γύρους τών χελιδονιών

γράφοντας ερωτικά μηδέν

στό ακατανίκητο στερέωμα;

Ποιά πληγή

δέ μάς δωρήθηκε ακόμη

γιά νά συμπληρώσουμε

τού θεού τή θεότητα;

~Γιάννης Ρίτσος


Harbor at night
lights drown in the water
faces without memory or continuance
faces lit by passing spotlights of distant ships
and then sunken in the shadow of voyage
slant masts with hanging dream lamps
like the cracked wings of angels who sinned
the soldiers with helmets
between the night and embers
wounded hands like the forgiveness
that reached late

Prisoners tied on anchors
a ring around the horizon’s neck
and other chains there at the feet of children
at dawn’s hands holding a daisy

And it is the masts that insist

to count the stars

with the help of calm memory

– a bouquet of seagulls in the morning blue sky


Color deserts the face of day

and light doesn’t find any statue

to dwell in to be glorified to becalm


Nevertheless we’ll still shelter

the sun’s open wound

that springs flowers out of seeds

in the same march

in the same question

in the fertile veins of spring

that repeats the swallows’ rounds

writing erotic zeros

in the invincible firmament?

Which wound

hasn’t graced us yet

that we may complement

the godliness of God?

~Yannis Ritsos-Poems, Vancouver, 2011
Translated by Manolis Aligizakis