Posts Tagged ‘a poem by Manolis’

Manolisaggelakirouk-thumb-large

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

ON REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ
Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons,
like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.