Posts Tagged ‘όνειρο’


ΚΙ ΙΣΩΣ αυτό, που ποτέ δεν καταλάβαμε, ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας,
γιατί ποιος κέρδισα ποτέ τη νύχτα ή τ’ όνειρο, και μες στο σπίτι ο
ένας με τον άλλον
ένα απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του καθένας θα πεθάνει,
έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ’ τους
είμαστε πάντοτε απροετοίμαστοι. Κι ήταν αυτή η συγκομιδή μας.

AND PERHAPS what we never understood was the only
thing left to us
because who could ever win the night or the dream and inside
the house one for the other
we were simply a heirloom and each of us will die
plainly in the disturbed evening, in a strange way lit by
the torches
we were always unprepared. And this was our harvest.

~Τάσου Λειβαδίτη-Επιλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large


Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Γιώργος Σεφέρης – αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μαρώ

«…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»
«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»
«κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»
«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»
«Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς»
«ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη»
«όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…»
«…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»
«..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..»
«μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»
«τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»



Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι εγώ που αγάπησα όλες τις χαρές του
ήρθε η ώρα να τις απαρνηθώ — οι μέρες φεύγουν γρήγορα
και τις νύχτες εμφανίζεται αυτό το ακαθόριστο πρόσωπο στη σκάλα
“τί θέλεις;” ρωτούσα φοβισμένος “το μερίδιό μου” απαντούσε, Θεέ
και Κύριε, πού να βρω έναν ολόκληρο θησαυρό να του δώσω
γιατί ποιος δεν ξόδεψε έναν θησαυρό στη νεότητά του —
ήμουν τόσο λυπημένος που τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν στο παλιό
πατρικό σπίτι ή ερωτευόμουν ένα σταματημένο ρολόι
θυμάσαι τα ειδύλλια με τις ξαδέρφες; τόσα καλοκαίρια και δεν κα-
τορθώσαμε να εξερευνήσουμε τον κήπο
τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας
κι ώ συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για
να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.

Μια μέρα θα βρέχει και θα πεθάνω από νοσταλγία.


Now the years have passed and I who have loved all the joys
of the world
it’s time I deny them — days run by us fast
and at night that unspecified person appears by the stairs
“what do you want?” I’d ask in fear “my share” he’d answer
God my Lord where can I find such a treasure to give him
because who hasn’t spent a whole treasure in his youth? —
I was so sad that my steps guided me to the old family
home or I would fall in love with a stopped clock
do you remember our flirting with our cousins? So many summers
and we never managed to discover the garden
so many autumns and we still haven’t discovered our souls
and oh, shattering of our dream: you shut all our paths just
to open a path to the unknown.

One day it’ll rain and I’ll die of nostalgia.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Chthonian Bodies_cover_Oct2.indd


I evoke the Great Spirit
to descend to my essence
ally to my ethos and

I hymn the character of man who
suddenly sprang out of my body

the head of beast to decorate
with roses and carnations
with fragrance the Gates of Heaven

to open and enter barefoot
pure as in his dream
rascal of weather and song

as he was on Earth and
in the hatred of their primeval God
men of the boats who boasted
about their shallow knowledge

let them be satisfied in
their sweet ignorance and

let me dwell in my aloofness
lonely lover of the breeze

Το Μεγάλο Πνεύμα επικαλούμαι
στο είναι μου να εισχωρήσει
σύμμαχος του ήθους μου

κι υμνώ το χαρακτήρα του ανθρώπου
που απ’ την ύπαρξή μου ανάβλυσε
την κεφαλή του κτήνους να κοσμίσει

με ρόδα και γαρύφαλλα
και μ’ ευωδία την Πύλη Παραδείσου
ν’ ανοίξει ο άνθρωπος ξυπόλητος να μπει

σαν και στο όνειρό του αγνός
παιγνίδι του καιρού και τραγουδιού
που έζησε πάνω στη Γη

και στο προαιώνειο μίσος του Θεού
φονιάδων που με καράβια ήρθαν
με την επιφανειακή τους γνώση
στην άγνοιά τους ας είναι ευτυχισμένοι

κι εγώ ας παραμείνω απόμακρος
μονιάς της αύρας εραστής

CHTHONIAN BODIES, paintings by Ken Kirkby, Poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015