Posts Tagged ‘ψυχή’

cavafy copy.jpg

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ
Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.
Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις
άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις
νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία
άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,
καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,
μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις
κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους
πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις
(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις
τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.
THE IDES OF MARCH
Beware of grandeur, oh soul.
And if you can not overcome your ambitions,
pursue them with hesitant precaution.
And the more you go forward, the more
inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;
when you take on the role of such a famous man,
then most of all be careful when you go out on the street,
like any famous master with your entourage,
if by chance some Artemidoros approaches
out of the crowd, bringing you a letter,
and says in a hurry “Read this at once,
these are serious matters that concern you,”
don’t fail to stop; don’t fail to postpone
every speech or task; don’t fail to turn away
the various people who greet you and bow to you
(you can see them later); let even the Senate wait,
for you must consider at once
the serious writings of Artemidoros.

Advertisements

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

 

Our efforts are those of the unfortunate

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence a bit; and we start again

to feel brave to have high hopes.

But something always comes up to stop us.

Achilles appears before us in the trench

and with his loud shouting frightens us.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started.

Memories and emotions of our days mourn.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

Κ.Π. Καβάφη “Τρώες”, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

C.P. Cavafy “The Trojans”, translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca