Posts Tagged ‘χρόνια’

Ritsos_front large

 

ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΥΠΟΓΕΙΟ

Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα
ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα
στο κάτω υπόγειο—χρόνια σε αχρηστία. Κυριακή μεσημέρι
κ’ έλεγες: “Καλημέρα σας, κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγό σας”,
γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι άς μην είταν κανένας ν’ακούσει,
κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’αργά πόδια των νεκρών
με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,
που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο
δεμένο με κίτρινο σπάγγο, κ’ ένα χέρι στην τρύπα του τοίχου
τραβώντας το σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει
αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία—ένα πήδημα
ψηλώτερα απ’ το θεμιτό,— ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.

 
IN THE LOWER LEVEL OF THE BASEMENT

These springs of old sofas, the twisted wires
dressed by the austerity of rust, thrown away
in the lower level of the basement – for years useless. Sunday
noon and you said “Good Morning sir, my regards to your wife”,
because you had to say something, even though no one listened to you,
looking through the low window the slow legs of the dead
with their freshly polished shoes; and down on the floor
that still smelled of very old spilled grape must, a severed hand
tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall
that pulled the string, making the other hand jump
uncontrollably, unexpectedly, sorrowfully and somehow funny –
a jump higher than possible – a jump as if out of this world.

 
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

cover

ΠΟΛΛΑ χρόνια πέρασαν. Μάχες χαμένες κι άλλες που τις κερδί-
σαμε
χωρίς ποτέ να το μάθουμε, και πάντα η λησμονιά και τα φύλλα
που έπεφταν.
Αλλά θα `ρθει μια μέρα που θα κλείσουμε ειρήνη με το όνειρο,
αιώνια κυνηγημένοι — ώσπου τη νύχτα ήταν αδύνατο να μην τους
συγχωρήσεις.
Κι αχ, μόνο μ’ αυτό ζήσαμε, μ’ αυτό που δε θα βρει κανείς ποτέ
μέσα στις ιστορίες μας.
MANY years went by. Battles we lost and others that we
won
without ever being informed of it and always forgetfulness
and the falling leaves.
However a day will come when we’ll make peace with
the dream
we the forever persecuted — until at night it was impossible not
to forgive them.
And, ah, only with this we’ve lived, what one will never find
in our stories.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

George Seferis_cover

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

~Si j’ai du gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres
~Arthur Rimbaud

Α

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ αλετριού η του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα
Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ ανήμπορα μέλη με στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και τής αρμύρας
Οταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μάς τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στήν αγωνία τής μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχίσει
Φέραμε πίσω
αυτά τ ανάγλυφα μιάς τέχνης ταπεινής

MYTHISTOREMA

Si j’ aid u gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres.
~ Arthur Rimbaud
“If I have taste it is only
for the earth and the stones”

I

The angel
we had waited for him for three years concentrated
closely examining
the pines the seashore the stars
Joining the blade of the plough with the ship’s keel
we searched to discover once more the first sperm
that the old drama may recommence
We went back home broken hearted
with incapable limbs with mouths ravaged
by the taste of rust and salinity
When we woke we traveled to the north strangers
immersed into the mist by the perfect wings
of swans the wounded us
During winter nights the strong eastern wind
maddened us
in the summers we got lost in the agony of day
that couldn’t die
We brought back
these petroglyphs of a humble art

Β

Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά
Αλλοτε μάς ήταν εύκολο ν αντλήσουμε είδωλα και
στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μάς έμεναν ακόμη πιστοί
Εσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού
το στόμα
μάς θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά τής πέτρας λίγο
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα

II

Another well inside the cave
at other times it was easy for us to draw up idols and
ornaments
to please some friends who were still loyal to us
The ropes have broken only the grooves on the
well’s lip
remind us of our past happiness
the fingers on the well’s lip as the poet put it
The fingers feel the coolness of the stone a little
that the body’s heat prevails over
and the cave gambles its soul and loses it
every moment filled by silence without a drop of water

Γ

Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τούς αγκώνες και δεν ξέρω που να
τ ακουμπήσω
Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει
Κοιτάζω τα μάτια μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα

III

Remember the baths where you were murdered
I woke up with the marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
and our lives joined and it will be very difficult to
separate again
I gaze in the eyes neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin
I don’t have any other strength
my hands disappear and come back near me
mutilated

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

George Seferis_cover

THRUSH

THE LIGHT

As the years go by
the judges who condemn you multiply;
as the years go by and you speak with fewer
voices,
you see the sun with different eyes;
you know that those who stayed behind, deceived you,
delirium of the flesh, the beautiful dance
that ends in nakedness.
Like when at night you turn in the empty road
suddenly you see the eyes of an animal shine
that have already vanished, thus you feel your own eyes.
you look at the sun, then you are lost in the dark;
the Doric chiton
that your fingers touched and it swayed like the mountains,
is a marble in the light, but its head lies
in darkness.

ΚΙΧΛΗ
ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγώτερες
φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου,
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
σκοτάδι.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Image

V

 

We didn’t know them

                                deep inside it was hope that said

we had met them in early childhood.

Perhaps we had seen them twice and then they went to the ships

cargoes of coal, cargoes of crops and our friends

vanished beyond the ocean forever.

Daybreak finds us beside the tired lamp

drawing on paper, awkwardly, painfully

ships, mermaids or conches;

at dusk we go down the river

because it shows us the way to the sea

and we spend our nights in cellars smelling of tar.

 

Our friends have left us

                                perhaps we never saw them, perhaps

we encountered them when sleep

still brought us very close to the breathing wave

perhaps we search for them because we search for the other life,

beyond the statues.

Ε

Δέν τούς γνωρίσαμε

                                ήταν η ελπίδα στό βάθος πού έλεγε

πώς τούς είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.

Τούς είδαμε ίσως δυό φορές κι έπειτα πήραν τά καράβια,

φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας

χαμένοι πίσω από τόν ωκεανό παντοτινά.

Η αυγή μάς βρίσκει πλάι στήν κουρασμένη λάμπα

νά γράφουμε αδέξια καί μέ προσπάθεια στό χαρτί

πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια,

τό απόβραδο κατεβαίνουμε στό ποτάμι

γιατί μάς δείχνει τό δρόμο πρός τή θαλασσα,

καί περνούμε τίς νύχτες σέ υπόγεια πού μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν

                                ίσως νά μήν τούς είδαμε ποτές, ίσως

νά τούς συναντήσουμε όταν ακόμη ο ύπνος

μάς έφερνε πολύ κοντά στό κύμα πού ανασαίνει

ίσως νά τούς γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε τήν άλλη ζωή,

πέρα από τ’ αγάλματα.

 

 

 

VI

 

Maurice Ravel

 

The orchard with its fountains in the rain

you will see only from behind the fogged up glass

of the lower window. Your room

will be lit by the fireplace flames

and sometimes, the distant lightning will reveal

the wrinkles on your face, my old Friend.

 

The orchard with its fountains that in your hand was

a rhythm of the other life, beyond the broken

statues and the tragic columns

and a dance amid the oleanders

close to the new quarries

a fogged up glass would have cut it off from your days.

You won’t breath; the soil and the sap of the trees

will spring from your memory to strike

this window that is struck by the rain

of the outside world.

 

ΣΤ

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια του στή βροχή

θά τό βλέπεις μόνο από τό χαμηλό παράθυρο

πίσω από τό θολό τζάμι. Η κάμαρά σου

θα φωτίζεται μόνο από τή φλόγα τού τζακιού

κάι κάποτε, στίς μακρινές αστραπές θά φαίνουνται

οι ρυτίδες τού μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια πού ήταν στό χέρι σου

ρυθμός τής άλλης ζωής, έξω από τά σπασμένα

μάρμαρα καί τίς κολόνες τίς τραγικές

κι ένας χορός μέσα στίς πικροδάφνες

κοντά στά καινούργια λατομεία,

ένα γυαλί θαμπό θά τό `χει κόψει από τίς ώρες σου.

Δέ θ’ ανασάνεις, τό χώμα κι ο χυμός τών δέντρων

θά ορμούν από τή μνήμη σου για΄νά χτυπήσουν

πάνω στό τζάμι αυτό πού τό χτυπά η βροχή

από τόν έξω κόσμο.

Από το βιβλίο Μυθιστόρημα/From the book Mythistorema

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca