Posts Tagged ‘χελιδόνια’

images of absence cover


My confession was simple:
father, I said, I’m a sinner
the guilt of the universe sits
heavy on my chest
forgive me that I passionately loved
the bloomed hyacinth and
the flight swings of swallows
and my two greatest sins
my unmeasured love
for the laughter of the child
and the beggars who stood
with their extended hands
filled with good wishes

my confession was simple

straight to the Purgatory
the priest delivered his opinion


Η εξομολόγησή μου ήταν απλή:
πάτερ, είπα, είμαι αμαρτωλός
η ενοχή όλης της Οικουμένης
βαραίνει πάνω στο στήθος μου
συγχώρεσέ με με πάθος
που αγάπησα το πέταγμα χελιδονιού
και τ’ ανθισμένο γιακίνθι
κι οι δυο χερότερές μου αμαρτίες
η υπερβολική μου αγάπη
για το γελάκι του παιδιού
και για του επαίτη τ’ απλωμένο χέρι
το γιομάτο καλοσύνης ευχές

η εξομολόγησή μου ήταν απλή

κατ’ ευθείαν στην Κόλαση
γνωμάτευσε ο ιερωμένος

~Images of Absence, Ekstasis Editions, Victoria, Canada, 2015


Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά



Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών


τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-


καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

~Τάσος Λειβαδίτης


Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

in your pocket.

I bet you have a heart on the left

side of your chest.

Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday


on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

of Ministries

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.

Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.

Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

~Tasos Livaditis-Translation Manolis Aligizakis