Posts Tagged ‘χείλη’

nostos and algos cover_300

ΠΙΝΑΚΑΣ

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Γελάκι απλωμένο στα χείλη της
στήθος προκλητικά στητό,
παντοτινά γλυκό
κι εκθεμένο στα στοιχεία της φύσης.

Ομορφιά δαγκωμένη απ’ το χρόνο.

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Λεκάνη απλωμένη στον καμβά,
χείλη ελκυστικά, γλυκά
κολλημένα στον πόνο ταξιδιού.

Κατά κάτω στη σάρκα του τώρα.

Κι ο μεγάλος πατέρας,
ο γεροπόταμος,
δυο πόδια ενωμένα εκεί
που το νόημα εξαφανίζεται
κι η φύση κουμαντάρει, σαν
το ζωγράφο που στέκει
κι ατενίζοντας τον πίνακα
λέει με βιάση —

Την άλλη φορά θα ζωγραφίσω
τον Ερμαφρόδιτο.

PAINTING

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
soft laughter spread on her lips
provocative breast upright
forever sweet
and exposed to the elements

Beauty bitten by time

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
her pelvis spread on the canvas
lips desiring and lustful
glued on the ache of voyage

Downward to the flesh of now

And the great father
the old river
two legs joined there
where meaning vanishes
and nature commands
like the painter standing before it
and staring at the painting

says in haste —

Next time I’ll paint
the Hermaphrodite

~ NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012

Advertisements

 

Image

Siesta

 

On our hot

July bed

sweat listens to

the curtain’s undulating

monologue

 

profound communication

between animate and

inanimate beings

 

who eavesdrops

who in silence

hides his pain

 

taste the nectar

of my lips—you said

 

but leave on them no shame

albeitmyfierydesire

“Vernal Equinox” by Manolis

www.ekstasiseditions.com

Μουσείο Βατικανού

Ντά Βίντσι, Ραφαήλ, Μικελάντζελο, — πώς κλείσαν

τούς πιό μεγάλους ουρανούς στό ανθρώπινο πρόσωπο, στό ανθρώπινο σώμα,

νύχια ποδιών καί χεριών, φύλλα καί άστρα, θηλές, όνειρα, χείλη, —

τό κόκκινο καί τό γαλάζιο, τό απτό καί τό ασύλληπτο. Απ’ τό άγγιγμα ίσως

αυτών τών δακτύλων νά γεννήθηκε καί πάλι ο κόσμος. Η απόσταση

ανάμεσα σ’ αυτά τά δάχτυλα μετράει μέ ακρίβεια ακόμη

τήν έλξη τής γής καί τή διάρκεια.

Δέν αντέχω — είπε—

τόση ομορφιά καί τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θά βγώ στόν άσπρο εξώστη

νά κανπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά

τή θέα τής Ρώμης, βλέποντας κάτω τά μεγάλα λεοφωρεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στά προπύλαια τού Μουσείου,

σπάζοντας μέ τά δυό μου ΄δαχτυλα μέσα στήν τσέπη τού παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σάν νά σπάζω

όλους τούς ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες επιθυμίες.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

 

Vatican Museum

da Vinci Raphael Michelangelo, – how they incised

the greatest skies in the human face, in the human body

toenails and fingernails, leaves and stars, nipples, dreams, lips, –

to red and the light blue the tangible and the inconceivable. Perhaps from

touching of these two fingers the world was reborn. The space

between these two fingers still measures accurately

the earth’s pull and duration.

I can’t bear it – he said –

so much beauty and so much sinful sanctity. I’ll go out to the white

balcony and smoke fifteen cigarettes in a row, marveling at the

view of Rome from high above looking at the big buses below

unloading bunches of tourists at the Museum’s front

breaking with my two fingers in my pants pocket

a bunch of stolen toothpicks, as if I would break all

the wooden crosses where all human desires were crucified.

             

                                                                                            ~Rome, 18-9-78

~translation Manolis Aligizakis

~Yannis Ritsos-Poems”  www.libroslibertad.ca

Στήν Οδό πού δέν ονομάστηκε “οδός Παζολίνι”

Πλατύ πρωινό τής Ρώμης πού πλαταίνει τό σύμφωνο λάμδα

μές στίς φωνές τών μικροπωλητών, στά λάστιχα τών έοφωρείων,

καί στή σιωπή τών αγαλμάτων.

Ώχρα σκιασμένη στίς ανατολικές προσόψεις

τών μαγαζιών καί τών μεγάρων. Πόρτες καί πόρτες

συγκρατούν τά ημικύκλια τών ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,

— είπε —

σέ μιάν αρχαία πολιτεία, μέ κόκκινα σκοτεινά χρώματα,

νά υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ τό χέρι τής μάνας τους

σ’ αυτούς τούς πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,

εδώ

πού ο Παζολίνι σεργιανούσε τίς νύχτες του, — Στρατσιόνε Τέρμινι, εδώ

πού σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων

πουλούσε στούς περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο

τό `δεσα στό λαιμό μου, καί καταμεσής τού δρόμου σφύριξα:

Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς  ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι,  Ε μ π ρ ό ς  τ ή ς  γ ή ς

ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

~Ρώμη, 18.ΙΧ.78

The Street That Was Not Named “Pasolini Street”

Wide morning in Rome that widens the consonant l

amid the vendors yelling, the tires of buses

and the statues’ silence.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at one time. Strange –

he said –

in an ancient city, with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets, under the countless windows,

here

where Pasolini saunter in the night – Termini Station, here

in an outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one

and tied it around my neck and in the midst of the street I whistled

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l, C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l

 

                                                                               ~Rome, 18-9-78

~Translation, Manolis Aligizakis

~“Yannis Ritsos-Poems” www.libroslibertad.ca