Posts Tagged ‘χαμόγελο’

TakisVarvitsiotis

POSTSCRIPT

When time comes for the final departure
don’t be sad, my friends
don’t be sad

the wind will blow
loaded with fallen leaves
forgotten voices

pass by silently
through the frozen window
that opens to the night
harsh night
harshest of all the winds
more empty than absence

your tenderness will be the softest
and the kiss of love
will light your way

when time comes for the final departure
don’t be sad my friends
don’t be sad

let your smile travel
from lips to lips

Translated by Manolis Aligizakis

http://www.authormanolis.wordpress.com

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες
Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτα σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία
Θα ’ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Ας ταξιδέψει το χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα

Source: http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
From the collection “Leaves of Sleep”, 1949 by Takis Varvitsiotis
Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949) του Τάκη Βαρβιτσιώτη
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)
Translatum: Poetry of Thessaloniki / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Advertisements

ΚΟΥΤΣΟΣ

Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς

LIMPING MAN

Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s
incompleteness

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε τό τζάμι μέ τόνα της δάχτυλο,

τό παράθυρο άνοιξε πρός τά μέσα. Στό βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Τήν άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στά χωράφια, σά μιά κάθοδος

αγροτών μέ δρεπάνια καί δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στό δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς νά ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μιά στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τή φωνή σου

σάν κάτω απ’ τή ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιάς γυναίκας

πού σεργιάνιζε μπρός στό κικλίδωμα τού πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πώς αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τίς ανύποπτες φωνές πού γέμιζαν τόν αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

 ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

 

      Νύχτωνε, καί στό παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, τής είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μά εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι πού δέν έπρεπε ακόμα νά μάθω,

      ο άγνωστος μάς διηγόταν σημεία καί τέρατα, εγκλήματα εδώ

καί αιώνες, είπε καί γιά μιά μύγα, στό παιδικό τζάμι, πού τής

έκαψε τά φτερά, “από τότε στέκει εκεί καί δέ μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, τό δρόμο πού δέν μπορεσε νά πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τά πτώματα καί τά έθαβε

στά ντουλάπια, έτσι τό ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον πού νά μή σέ διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μού βύθισαν τό μαχαίρι, σάν νά μήν ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στό κενό.

      Καί κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στήν απαγορευμένη πόρτα.

 

 

THE EMPTY COAT

 

      Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt

Eudokia, I said to her, be serious, you are dead now”

but she retained the same awkward smile, like back then when she hid

something which I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers, she then buried

them in the closetσ so that hotel was always busy because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave—and I never felt it

when they pushed the knife in my body, as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά

καρδιά.

Θυμάσαι;

Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών

υπουργείων

τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-

λογίζομια

καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

~Τάσος Λειβαδίτης

DON’T AIM AT MY HEART

Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

in your pocket.

I bet you have a heart on the left

side of your chest.

Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday

shoes

on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

of Ministries

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.

Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.

Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

~Tasos Livaditis-Translation Manolis Aligizakis