Posts Tagged ‘τραπέζι’



     Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα

γι’ αυτούς πού σηκώνουν μ’ έμφαση τό ποτήρι τους πάνω απ’ τό

τραπέζι, χωρίς νά βλέπουν ποιός τό κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μάς κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα νά

κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε τό κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

     ακούμπησα στό τραπέζι γιά νά μήν πέσω, ύστερα μέ κεφάλι

σκυφτό άνοιξα τήν πόρτα κι ακολούθησα τό δρόμο μου.

     Καί τά βράδυα, στό δείπνο, τούς άκουγα νά διηγούνται τίς ιστο-

ρίες τους, αποσιωπώντας μέ τρόμο τό σκοτεινό, απόμακρο έξω —

εκεί πού είχαμε ζήσει.


      Of course, all these were somehow vague, perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table, without

seeing who holds it, until, slowly the everyday use makes us mortal

thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when

all got quietened, where is the host, why is he hiding,

     I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and followed my path.

     And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating

their stories that in a way silenced the dark, remote outside—there


Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

Summer autumn 2014,


Τό ξέρω η ώρα πιά είναι περασμένη. Άφησέ με,

γιατί τόσα χρόνια, μέρες καί νύχτες καί πορφυρά μεσημέρια,

έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη καί πάναγνη,

ακόμη στή συζυγική μου κλίνη πάναγνη καί μόνη

γράφοντας ένδοξους στίχους στά γόνατα τού Θεού,

στίχους πού, σέ διαβεβαιώ, θά μείνουνε σά λαξευμένοι σέ άμεμπτο


πέρα απ’τή ζωή μου καί τή ζωή σου, πέρα πολύ. Δέ φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Τούτο τό σπίτι δέ μέ σηκώνει πιά.

Δέν αντέχω νά τό σηκώνω στή ράχη μου.

Πρέπει πάντα νά προσέχεις, νά προσέχεις,

νά στεριώνεις τόν τοίχο μέ τό μεγάλο μπουφέ

νά στεριώνεις τόν μπουφέ μέ τό πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

νά στεριώνεις τό τραπέζι μέ τίς καρέκλες

νά στεριώνεις τίς κα΄ρέκλες μέ τά χέρια σου

νά βάζεις τόν ώμο σου κάτω απ’ τό δοκάρι πού κρέμασε.

Καί τό πιάνο, σά μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δέν τολμάς νά τ’ ανοίξεις.

Όλο νά προσέχεις, νά προσέχεις, μήν πέσουν, μήν πέσεις. Δέν αντέχω.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Τούτο τό σπίτι, παρ’ όλους τούς νεκρούς του, δέν εννοεί νά πεθάνει.

Επιμένει νά ζεί μέ τούς νεκρούς του

να ζεί απ’ τούς νεκρούς του

νά ζεί απ’ τή βεβαιότητα τού θανάτου του

καί νά νοικοκυρεύει ακόμη τούς νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια

         κάι ράφια.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.




I know it’s late Let me come

because for so many years day and night and purple noon

I remained lonely unyielding adamant and immaculate

still in my marriage bed immaculate and lonely

writing glorious verses on the knees of God

verses that I assure you will remain as incised in

impeccable marble

beyond my life and your life farther beyond It’s not enough

Let me come with you


This house cannot contain me anymore

I can’t endure carrying it on my back

you have to always be careful very careful

to support the wall with the large buffet

to support the buffet with the very old engraved table

to support the table with the chairs

to support the chairs with your arms

to place your shoulder under the dangling beam

And the piano is like a closed black casket You don’t dare open it

You have to always be careful very careful so that they won’t fall

so that you

won’t fall I cannot stand it

Let me come with you


This house despite all its dead it doesn’t intend to die

It insists on living with its dead

to keep on living off its dead

to live in the certainty of its death

and to take care of its dead in decrepit beds

and shelves

Let me come with you