Posts Tagged ‘στήθος’

nostos and algos cover_300

ΠΙΝΑΚΑΣ

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Γελάκι απλωμένο στα χείλη της
στήθος προκλητικά στητό,
παντοτινά γλυκό
κι εκθεμένο στα στοιχεία της φύσης.

Ομορφιά δαγκωμένη απ’ το χρόνο.

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Λεκάνη απλωμένη στον καμβά,
χείλη ελκυστικά, γλυκά
κολλημένα στον πόνο ταξιδιού.

Κατά κάτω στη σάρκα του τώρα.

Κι ο μεγάλος πατέρας,
ο γεροπόταμος,
δυο πόδια ενωμένα εκεί
που το νόημα εξαφανίζεται
κι η φύση κουμαντάρει, σαν
το ζωγράφο που στέκει
κι ατενίζοντας τον πίνακα
λέει με βιάση —

Την άλλη φορά θα ζωγραφίσω
τον Ερμαφρόδιτο.

PAINTING

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
soft laughter spread on her lips
provocative breast upright
forever sweet
and exposed to the elements

Beauty bitten by time

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
her pelvis spread on the canvas
lips desiring and lustful
glued on the ache of voyage

Downward to the flesh of now

And the great father
the old river
two legs joined there
where meaning vanishes
and nature commands
like the painter standing before it
and staring at the painting

says in haste —

Next time I’ll paint
the Hermaphrodite

~ NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012

Advertisements

10255262_707962025913052_1628846779_n

LYRA

Winds sharpen their teeth
onto the willingness of fruit
with their red lips
like next day’s dawn.
Boys raise their arms high up
to the rosy contour of the moon’s breast.

ΛΥΡΑ

Χαράζουν οἱ ἄνεμοι τά δόντια τους
στήν προθυμία τῶν καρπῶν
μέ τά χείλια τους κόκκινα
σάν τό ἑπόμενο ξημέρωμα.
Τ’ ἀγόρια σηκώνουν τά χέρια ψηλά
γιά τῆς σελήνης τό ροδοκάμπυλο στῆθος.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ON A WINTER SUN RAY

4.

Some years ago you said
“Basically I am a matter of light.”
And still today when you lean
on the wide shoulders of sleep
even when they anchor you
to the drowsy breast of pelagos
you search in corners where blackness
has turned thin with no resistance
you grope for the spear
that spear destined to pierce your heart
and open it to the light.

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Δ’
Είπες εδώ και χρόνια:
“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.”
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά

καρδιά.

Θυμάσαι;

Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών

υπουργείων

τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-

λογίζομια

καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

~Τάσος Λειβαδίτης

DON’T AIM AT MY HEART

Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

in your pocket.

I bet you have a heart on the left

side of your chest.

Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday

shoes

on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

of Ministries

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.

Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.

Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

~Tasos Livaditis-Translation Manolis Aligizakis