Posts Tagged ‘σκοτεινός’

images

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου
το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια της μητέρας
νιογένητη γιορτή
λάθος επιτρεπταίο
δυο πόδια για να παρπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σύσσημα
APOLLO

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to pick a date with death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur
~Μανώλη Αλυγιζάκη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ//SECOND ADVENT OF ZEUS, by Manolis Aligizakis, συλλογή εν εξελίξει — collection in progress

Advertisements

Τούτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει—

θέλω νά πώ έχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλάνε,

τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτάνε στό κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει τό καπέλο τού πεθαμένου απ’τήν κρεμάστρα

στό σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει τό μάλλινο τριμένο γάντι τής σιωπής απ’ τά γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, — όχι η φωτογραφία πού κοιτάς με

τόση δυσπιστία—

λέω γιά τήν πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες

νά κάθεσαι

καί μέ κλεισμένα μάτια νά ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

—μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιό στιλβωμένη απ’ τά παλιά λουστρίνια μου πού κάθε μήνα τα δίνω

στό στιλβωτήριο τής γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στό βάθος λικνισμένο απ’ τήν

ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σά μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στά δυό

σά νά μήν είχε τίποτα να κλείσει ή νά κρατήσει

ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σέ αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία

μέ τά μαντίλια,

όχι γιά νά κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στούς αγρούς

μέ τό λιόγερμα

ή νά δέσω τέσσερις κόμπους σάν τό σκουφί πού φοράνε οι εργάτες

στ’ αντικρυνό γιαπί

ή νά σκουπίσω τά μάτια μου, — διατήρησα καλή τήν όρασή μου

ποτέ μου δέ φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τά μαντίλια.

~Γιάνης Ρίτσος 

 

MOONLIGHT SONATA (Second Piece)

 

This house is haunted it pushes me away –

I mean it has aged so much the nails fall off

the pictures fall as if diving to the void

the stucco bits drop silently

like the hat of the dead man off its hanger

in the dark hallway

like the worn-out wool glove of silence falls off her knees

or a band of moonlight falls on the old worn-out armchair

 

Once even that was new – not the picture you

stare at with such disbelief –

I mean the armchair so comfortable you could

sit for hours

and with closed eyes dream of anything

– a smooth sandy beach wet and polished by the moon

more polished than my old leather shoes that every month I polish

at the corner shoe store

or a fishing boat’s sail that vanishes in the horizon rocked

by its own breath

triangular sail like a handkerchief folded on an angle only twice

as though it didn’t have anything to cover or to keep

or to wave unfurled like saying goodbye I always had a fixation

with handkerchiefs

not for keeping anything tied in them

like some flower seed or chamomile gathered in the fields

at sundown

or to tie it in four knots like the cap workers wear

in the opposite construction site

or to wipe my eyes – I maintained my vision properly

I never wore glasses. Just a simple fixation with handkerchiefs.

 

~Yannis Ritsos