Posts Tagged ‘σκοτεινιά’

kiki-dimoula

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.

MELANCHOLY

A great darkness skates on thin ice upon the sky.
Thus as the window hugged me
with one hand
I pull inside the room
the unbelievable loneliness of the street
with the other hand
I grab a handful of darkness
and throw it on my soul

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

ON REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

35774-tl

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

     Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι

είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά

ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα

στό σπίτι, γιά νά μήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,

ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσει τό μυστήριο τού θανάτου

του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού

λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι’ αυτό” τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε

γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-

χιασμα τών δρόμων,

      μά ούτε καί μπορούσα νά παλέψω μ’ αυτήν τήν πρόσοψη τού

σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό

αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

THE VISITOR’S LETTER

     Suddenly on an autumn day he left, on the table he left a letter

“don’t send me away” it read and spoke of a deep inhabitable

emotion; in the house all the lights were turned on that I wouldn’t

understand, that perhaps, he had never come, while next to the letter

he had left the mystery of his death, already covered by cobwebs,

“how you found me?” he said to me, “I never existed”, “for this”

I said and it was as if we were born and raised in a carriage that run

into the shivering roads,

       yet I still couldn’t fight against this facial of the house,

its walls, ravaged, dived deeper than my blood in the darkness

of the night.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

II

 

The secrets of the sea are forgotten on the shore

the darkness of the depths is forgotten on the surf

suddenly the memory corals shine purple…

Oh do not stir it…carefully listen to its soft

 

momentum…you touched the tree with the apples

the arm stretched out, the thread points the way and leads you…

Oh dark shivering in the root and on the leaves

were it just you that would bring the forgotten dawn!

 

May the lilies bloom again on the plain of separation

may the days mature, the embrace of heavens

may only those eyes gleam in the sun glare

let the pure soul be written like a song of flute…

 

Was it the night that closed its eyes? Ash remains

as though from a bow’s string a muffled sound

ash and vertigo on the black seashore

and a dense fluttering enclosed in the surmise

 

Rose of the wind, you knew but took us unknown

when thought built bridges so that

two fingers would entangle and two fates would go by

to be spilled into the low and becalmed light

 

~George Seferis, Erotikos Logos

~Τranslation Manolis Aligizakis

Β

 

Τά μυστικά τής θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια

η σκοτεινάγρα τού βυθού ξεχνιέται στόν αφρό

λάμπουνε ξάφνου πορφυρά τής μνήμης τά κοράλλια…

Ώ, μήν ταράξεις…πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

 

ξεκίνημά της…τ’ άγγιξες τό δέντρο μέ τά μήλα

τό χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει καί σέ οδηγεί…

Ώ σκοτεινό ανατρίχιασμα στή ρίζα καί στά φύλλα

νά `σουν εσύ πού θά `φερνες τήν ξεχασμένη αυγή!

 

Στόν κάμπο τού αποχωρισμού νά ξανανθίσουν κρίνα

μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκαλιές τ’ ουρανού

νά φέγγουν στό αντηλάλισμα τά μάτια μόνο εκείνα

αγνή η ψυχή νά γράφεται σάν τό τραγούδι αυλού…

 

Η νύχτα νά `ταν πού έκλεισε τά μάτια; Μένει αθάλη,

σάν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,

μιά στάχτη κι ένας ίλιγγος στό μαύρο γυρογιάλι

κι ένα πυκνό φτερούγισμα στήν εικασία κλειστό.

 

Ρόδο τού ανέμου, γνώριζες μά ανέγνωρους μάς πήρες

τήν ώρα πού θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός

νά πλέξουνε τα δάχτυλα καί νά διαβούν δυό μοίρες

καί νά χυθούν στό χαμηλό κι αναπαμένο φώς.

 

~Γιώργος Σεφέρης, Ερωτικός Λόγος