Posts Tagged ‘ρούχα’

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

93119261_134154321279

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.

But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
~Μανώλη Αναγνωστάκη/Manolis Anagnostakis—μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/translated by Manolis Aligizakis