Posts Tagged ‘πόρτα’

images of absence cover

ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ήξερε είχε ακόμα χρόνο προτού
τον εκτελέσουν. Ξάπλωσε
στο τσιμεντένιο πάτωμα να νιώσει
τη δροσιά του κάτω κόσμου, εκεί
που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η σκληρότητα της πλάκας
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
ολόψυχρη μπροστά στα μάτια του

ξάφνου γύρισε προς το μέρος μου
γέλασε ένα βιαστικό, βραχύ γέλιο
σαν να ζεστανόταν για μια ομιλία
που θ’ αρχινούσε αλλά δίχως να πει
κουβέντα άρπαξε το σακκούλι και
μου το `δωσε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του

και σφράγισε τ’ αυτιά με τις παλάμες
μόλις μπήκε ο ιερέας
απ’ την πόρτα ψάλλοντας

 

CONVICT

He knew there was still time
until the execution. He lied
flat on the concrete floor
to feel the freshness
of the underworld where
the souls freeze at night
the hardness of the slab
against his flesh a slap like
a frozen door shut before his eyes

suddenly he turned towards me
laughed a hasten short laughter
as if warming up for
an important speech he had to give
and without any word
he grabbed his bag and
passed it over to me as if
he settled his last affairs

then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the door

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

Advertisements

cover

ΓΙΟΡΤΗ

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα
παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονα-
τιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με
τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ
ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,
ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου
όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή.
Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή
τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια
παραπλάνηση.

CELEBRATION

Sometimes I question myself why do I write all these and if
they’ll ever console someone therefore I preferred to kneel (this
was my own house) however I could lose my composure with
those shadows of feathers on the wall while I was all alone in
the room; then I would run to the upper floor searching, even
higher to the balcony. Until when I would come back down
the celebration was over.
Then I opened the door and I, serene, looked into the night
because nothing had changed and everyone lived the infinite
deception in their own way.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

cover

SIMPLE TALK

Now we want to put our hands in our armpits
to look whether a star gleams in the sky
to remember that face
against the opening of the door
but we can’t remember
we have no time to remember
we don’t have time but to stand tall
and to die.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

35774-tl

                             A COMMON ROOM

     I was going up the stairs for a while when an old woman with a black

 hood opened the door, “everyone has died here, she says to me,

for this whatever you say isn’t heard”, then I saw someone crawling

under the sofa, “what is he looking for?” I asked, “Christ, she says to me,

will come a few more times”, the woman started to read the cards

I was scared when I saw her hand pointing at me, “you will miss

your path many a time”, she says to me, “how can I miss it, I say,

I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “still, you’ll

miss it”, “you are a whore, I say to her, and you disturb me, a holy man

—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease

you, it’s the candle that flickers”, I felt sorry for her, “I know you,

I say to her, in fact it’s possible that we lived together long time ago”,

the time was exactly seven o’clock, I look at my watch and it showed

the same time, “now she’ll start again” I thought in despair, and

the old woman with slow steps went and locked the door.

                          ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

     Ανέβαινα απ’ ώρα τή σκάλα, μού άνοιξε μιά γριά μέ μιά μαύρη

σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μού λέει, γι αυτό ό,τι κι άν

πείς δέν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον πού σερνόταν κάτω απ’ τόν

καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός, μού λέει, θά `ρθει κι

άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τά χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα τό

χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θά χάσεις πολλές φορές τό δρόμο” μού λέει,

“μά πώς θά τόν χάσω, τής λέω, εγώ είμαι ανήπηρος καί δέν περ-

πατάω, άλλος σέρνει τό καροτσάκι”, “κι όμως θά τόν χάσεις” μού

λέει, “είσαι μιά πουτάνα, τής λέω, νά μέ ταράζεις άγιον άνθρωπο

—κι εσύ, αφού κανένας δέ σέ θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δέν κουνιέ-

μαι εγώ, μού λέει, τό καντήλι τρέμει”, τήν λυπήθηκα, “σέ ξέρω,

τής λέω, δέν αποκλείεται, μάλιστα, νά `χουμε ζήσει πολύν καιρό

μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα τό ρολόι μου κι έδειχνε

κι εκείνο τό ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα μέ απόγνωση, κι η

γριά μέ συρτά βήματα πήγε καί μαντάλωσε τήν πόρτα.

Tasos Livaditis-Short Stories/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Μικρές Ιστορίες/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

 ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

 

      Νύχτωνε, καί στό παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, τής είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μά εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι πού δέν έπρεπε ακόμα νά μάθω,

      ο άγνωστος μάς διηγόταν σημεία καί τέρατα, εγκλήματα εδώ

καί αιώνες, είπε καί γιά μιά μύγα, στό παιδικό τζάμι, πού τής

έκαψε τά φτερά, “από τότε στέκει εκεί καί δέ μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, τό δρόμο πού δέν μπορεσε νά πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τά πτώματα καί τά έθαβε

στά ντουλάπια, έτσι τό ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον πού νά μή σέ διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μού βύθισαν τό μαχαίρι, σάν νά μήν ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στό κενό.

      Καί κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στήν απαγορευμένη πόρτα.

 

 

THE EMPTY COAT

 

      Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt

Eudokia, I said to her, be serious, you are dead now”

but she retained the same awkward smile, like back then when she hid

something which I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers, she then buried

them in the closetσ so that hotel was always busy because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave—and I never felt it

when they pushed the knife in my body, as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca