Posts Tagged ‘ποίημα’

Cloe and Alexandra_cover_aug265
ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχομαι σε σένα με το σώμα μου γυμνό.
Πρώτα παχουλό και ασχημάτιστο
με δίπλες στα χέρια και στα πόδια
ύστερα έφηβο στο μωβ του κοχυλιού
χωρίς την εισβολή του μολυβιού
που θα αλλάξει την άγνοια της γραφής
τέλος γυναικείο,
με εγγεγραμμένη
την κοιλάδα της απώλειας
φουσκωμένο με την υγρή βεβαιότητα της γέννας
με λέξεις καμπύλες
για να κρύβουν και να έλκουν
με τα κενά ανάμεσα στους στίχους
για να σιωπούν
και να χωρούν το σχήμα των δαχτύλων σου.
Έρχομαι σε σένα
κάθε βράδυ,
ποίημα γυμνό και μόνο
γεμάτο ψίθυρους και αρχαία μυστικά.
Για να με διαβάσεις.

 

THE NAKED POEM

I come to you naked.
At first chubby and unshaped
with folds of skin under my arms and legs
then a teenager in a conch’s purple
without the pen’s interference
to change the ignorance of writing
a woman’s purpose
with an incised
valley of loss
swollen by the moist certainty of childbirth
with contour words
to hide and attract
with gaps between the verses
that they may stay silent
and contain the shape of your fingers.
I come to you
every night,
a naked and lonely poem
full of whispers and ancient secrets.
That you may read me.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.
Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.
http://www.tokoskino.wordpress.com

elyths

SEVEN NOCTURNAL HΕPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Chthonian Bodies_cover_Oct2.indd

HYMNIST

I evoke the Great Spirit
to descend to my essence
ally to my ethos and

I hymn the character of man who
suddenly sprang out of my body

the head of beast to decorate
with roses and carnations
with fragrance the Gates of Heaven

to open and enter barefoot
pure as in his dream
rascal of weather and song

as he was on Earth and
in the hatred of their primeval God
men of the boats who boasted
about their shallow knowledge

let them be satisfied in
their sweet ignorance and

let me dwell in my aloofness
lonely lover of the breeze
ΥΜΝΗΤΗΣ

Το Μεγάλο Πνεύμα επικαλούμαι
στο είναι μου να εισχωρήσει
σύμμαχος του ήθους μου

κι υμνώ το χαρακτήρα του ανθρώπου
που απ’ την ύπαρξή μου ανάβλυσε
την κεφαλή του κτήνους να κοσμίσει

με ρόδα και γαρύφαλλα
και μ’ ευωδία την Πύλη Παραδείσου
ν’ ανοίξει ο άνθρωπος ξυπόλητος να μπει

σαν και στο όνειρό του αγνός
παιγνίδι του καιρού και τραγουδιού
που έζησε πάνω στη Γη

και στο προαιώνειο μίσος του Θεού
φονιάδων που με καράβια ήρθαν
με την επιφανειακή τους γνώση
στην άγνοιά τους ας είναι ευτυχισμένοι

κι εγώ ας παραμείνω απόμακρος
μονιάς της αύρας εραστής

CHTHONIAN BODIES, paintings by Ken Kirkby, Poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015

Manolis-hours

CENTAUR

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

kiki-dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

ON REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons,
like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.