Posts Tagged ‘ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη’

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com

Advertisements

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ
Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

boats-moored-st-ives

HARBOR

In the harbor salinity smells
of unfinished voyages dreamy seagulls
argue for people’s garbage

silent moment hovers between
excited activity of myriad people

going doing yelling living and
your mind landlocked in ache

for imaginary exotic locales
paradisiacal seabirds

abundance of food
no war over crumbs of life

like in the harbor you always visit
hoping that you may have

an adventure to faraway lands
exquisite female bodies

only in your mind and
salinity graces your dream
with a certain realism

ΛΙΜΑΝΙ

Στο λιμάνι η αλμύρα μυρίζει
ταξίδι που δεν τέλειωσε
ονειροπόλοι γλάροι μαλώνουν
για τα σκουπίδια των ανθρώπων

αμίλητη σιωπή αιωρείται πάνω
απ’ την βαβούρα χιλιάδων ανθρώπων
που περνοδιαβαίνουν, κάνουν, φωνασκούν, ζουν
κι εσύ με τον πόνο κλειδωμένος στη στεριά

φαντάζεσαι εξωτικά νησιά
παραδείσια θαλασσοπούλια
αστέρευτη τροφή
ανύπαρκτος ο πόλεμος για ψίχουλα ζωής

σαν στο λιμάνι που πάντα επισκέπτεσαι
με την ελπίδα κι εσύ ν’ απολάυσεις

μια περιπέτεια σε χώρες μακρινές
εξαίσια γυναίκεια κορμιά

που μόνο στο νου σου υπάρχουν
με την αλμύρα που τα ποτίζει
με κάποια δόση αληθοφάνειας

Collection in progress/Συλλογή εν εξελίξει