Posts Tagged ‘πεθαμένος’

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.

 

Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.

 

Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.

 

Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.

 

Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun

 

After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill

 

There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade

 

On the hill they all know

that they are closer to the sky

 

But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels

 

~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis

 

 

Τούτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει—

θέλω νά πώ έχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλάνε,

τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτάνε στό κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει τό καπέλο τού πεθαμένου απ’τήν κρεμάστρα

στό σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει τό μάλλινο τριμένο γάντι τής σιωπής απ’ τά γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, — όχι η φωτογραφία πού κοιτάς με

τόση δυσπιστία—

λέω γιά τήν πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες

νά κάθεσαι

καί μέ κλεισμένα μάτια νά ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

—μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιό στιλβωμένη απ’ τά παλιά λουστρίνια μου πού κάθε μήνα τα δίνω

στό στιλβωτήριο τής γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στό βάθος λικνισμένο απ’ τήν

ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σά μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στά δυό

σά νά μήν είχε τίποτα να κλείσει ή νά κρατήσει

ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σέ αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία

μέ τά μαντίλια,

όχι γιά νά κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στούς αγρούς

μέ τό λιόγερμα

ή νά δέσω τέσσερις κόμπους σάν τό σκουφί πού φοράνε οι εργάτες

στ’ αντικρυνό γιαπί

ή νά σκουπίσω τά μάτια μου, — διατήρησα καλή τήν όρασή μου

ποτέ μου δέ φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τά μαντίλια.

~Γιάνης Ρίτσος 

 

MOONLIGHT SONATA (Second Piece)

 

This house is haunted it pushes me away –

I mean it has aged so much the nails fall off

the pictures fall as if diving to the void

the stucco bits drop silently

like the hat of the dead man off its hanger

in the dark hallway

like the worn-out wool glove of silence falls off her knees

or a band of moonlight falls on the old worn-out armchair

 

Once even that was new – not the picture you

stare at with such disbelief –

I mean the armchair so comfortable you could

sit for hours

and with closed eyes dream of anything

– a smooth sandy beach wet and polished by the moon

more polished than my old leather shoes that every month I polish

at the corner shoe store

or a fishing boat’s sail that vanishes in the horizon rocked

by its own breath

triangular sail like a handkerchief folded on an angle only twice

as though it didn’t have anything to cover or to keep

or to wave unfurled like saying goodbye I always had a fixation

with handkerchiefs

not for keeping anything tied in them

like some flower seed or chamomile gathered in the fields

at sundown

or to tie it in four knots like the cap workers wear

in the opposite construction site

or to wipe my eyes – I maintained my vision properly

I never wore glasses. Just a simple fixation with handkerchiefs.

 

~Yannis Ritsos