Posts Tagged ‘πέτρα’

Ritsos_front large

Ο ΜΕΤΕΩΡΟΣ

Με τον καιρό οι παραστάσεις λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα έπιπλα.
Το υπέδαφος, κούφιο, υποχωρεί. Δεν κρατάει
το βάρος της πέτρας ή του βήματος. Ένας άνθρωπος
λίγο-λίγο αφαιρεί τα περιττά και τα αναγκαία
για να σταθεί τουλάχιστον στον αέρα. Βαδίζει
δίπλα στα σύρματα του τηλεγράφου. Κάποτε, τα βράδια,
εγγίζει ψηλά τα λαμπιόνια της λεωφόρου, δοκιμάζοντας
τις αντιδράσεις της αφής του. Ανάμεσα στα δόντια του
κρατάει το ψαλίδι της τελικής συσκότισης, δίχως
ποτέ να το χρησιμοποιεί. Πιθανόν να φοβάται
τη συστροφή των καλωδίων, κ’ ίσως πιότερο ακόμη
αυτόν που κάθεται κει κάτω, στην τελευταία καρέκλα,
στο πεζοδρόμιο του φωταγωγημένου ζαχαροπλαστείου
πίνοντας με μελετημένες, ήσυχες, αργές γουλιές
ένα κίτρινο υγρό απ’ το μεγάλο, αστραφτερό ποτήρι.

~Αθήνα, 18-3-71

 

THE UNDECIDED

With time performances become less and less. Same as the furniture.
The subfloor, hollow, gives way. It cannot hold up
the weight of a stone or a footstep. A man
slowly-slowly removes the excess so
he can at least hover in midair. He walks
next to the telegraph wires. Sometimes, in the evening,
he touches the street lights, up high, trying
to see the reaction of his touch. Between his teeth
he keeps the scissors of total blackout, without
ever using them. Perhaps he’s afraid
the twisting of the wires or even more so
the person sitting down there, on the last chair,
on the sidewalk of the well-lit patisserie
drinking with thoughtful, calm, slow gulps
a yellow drink from the large, shining glass.

~Athens, 18-3-71
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

Advertisements

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΚΥΚΝΟΣ

Ξεχαστήκαμε σ’ ἐκκλησιές ἀλειτούργητες
ἀπό τοῦ Λεονάρντο τά χρόνια.
Κρεμάσαμε στόν τοῖχο
τήν ἔμορφη πατρόνα τοῦ ρέμπελου
εἰκόνισμα μιᾶς ἀρχέγονης νιότης.
Σε λίμνες
σφηνωμένες στά γένια τῶν βράχων
εἴδαμε τήν ὄψη μας ξένη
νά σκιάζεται τό χαλικισμό τῶν ἀετῶν.
Αὐτό πού ἱστορήσαμε δέν ἦταν δικό μας.
Τούς τζοχανταραίους τῶν πρίνων
στά χαρακώματα κόκκινων λόφων
νά συντρίβουν τό δόρυ τοῦ χειμῶνα.
Τό χορό τῆς πρωίας
πού κρύφτηκε στά σπλάχνα τῆς ὀξυᾶς
καί στή συνοφρύωση τῆς ἀκίνητης πέτρας.
Ὁ δικός μας ἀγώνας
ὁ δικός μας καημός
θάφτηκε στήν ἄκρουγη κόρδα μιᾶς λύρας
πού σάν τήν ἀγγίξεις θά σπάσει.

SWAN

We lost ourselves in unconsecrated churches
since the days of Leonardo.
On the wall we hanged
the beautiful woman of the loiterer
icon of an ancient youth.
In lakes
wedged between the beard of rocks
we saw our strange features
afraid of the thunderous flapping of eagle wings.
What we recounted wasn’t ours.
Coppers of the holy oak
in the trenches of red hills
that shatter the lance of winter.
Morning dance
that hid in the viscera of the oak
and in the frowning of the motionless stone.
Our struggle
our grief
buried in the unstruck chord of a lyre
that will brake on your touch.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

74979_3629791323956_2077615219_n

Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα

με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες

γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,

άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες

που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν

που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή

μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια

~Γιώργος Σεφέρης

Flowers of the rock before the green sea

with veins that reminded me of other loves

gleaming in the slow drizzle

flowers of the rock, faces

that came when none spoke and spoke to me

that they let me touch them after the silence

among pine trees, oleanders and plane trees.

~George Seferis-Collected Poems, Libros Libertad, 2012

~Translation Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

 

Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.

 

Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.

 

Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.

 

Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.

 

Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun

 

After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill

 

There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade

 

On the hill they all know

that they are closer to the sky

 

But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels

 

~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis