Posts Tagged ‘πέλαγος’

kiki-dimoula
ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φτάνει η μορφή τους
κι η ανάμνησή τους μ’ άφησε

Δεν το `θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

 

SOME NIGHTS

Now that my old visions
have vanished far away in the seas
and their shape can’t reach me
and their memory has left me

I never wished
to return to such thoughts.
Yet during
some endless nights
and almost tirelessly
my old visions
from the far away seas
I recall

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

George Seferis_cover

ON A WINTER SUN RAY

4.

Some years ago you said
“Basically I am a matter of light.”
And still today when you lean
on the wide shoulders of sleep
even when they anchor you
to the drowsy breast of pelagos
you search in corners where blackness
has turned thin with no resistance
you grope for the spear
that spear destined to pierce your heart
and open it to the light.

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Δ’
Είπες εδώ και χρόνια:
“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.”
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΙΔ

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκλρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρευουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή —

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

14
Now,
with the melted led of St John’s festivity
with the brilliance of summer pelagos,
all the nakedness of life,
and the going beyond and the staying put
the leaning down
and the upsurge
the lips, the caressed skin
they all long to be burned.

Like the pine at high noon
overcome by resin
in haste to produce flame
and can’t endure the struggle anymore —

call the children to gather the ash
and spread it.
What has passed has passed as it was fit.

And even what hasn’t passed yet
must burn
this high noon when the sun is nailed
in the heart of the one hundred-petalled rose.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ “ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ”
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
GEORGE SEFERIS “SUMMER SOLSTICE”
Translation by Manolis Aligizakis

74979_3629791323956_2077615219_n

Είπες εδώ καί χρόνια:

“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.

Καί τώρα ακόμη σάν ακουμπάς

στίς φαρδιές ωμοπλάτες τού ύπνου

ακόμη κι όταν σέ ποντίζουν

στό ναρκωμένο στήθος τού πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου τό μαύρο

έχει τριφτεί καί δέν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τή λόγχη

τήν ορισμένη νά τρυπήσει τήν καρδιά σου

γιά νά τήν ανοίξει στό φώς.

~Γιώργος Σεφέρης

ΟΝ A RAY OF WINTER LIGHT

Some years ago you said

‘Basically I am a matter of light.’

And still today when you lean

on the wide shoulders of sleep

even when they anchor you

to the drowsy breast of pelagos

you search in corners where blackness

has turned thin with no resistance

you grope for the spear

that spear destined to pierce your heart 29

and open it to the light.

~George Seferis,

Translation by Manolis Aligizakis

 

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο καί τά βουνά στή χάση τού φεγ-

γαριού

η μεγάλη πέτρα κοντά στίς αραποσυκιές καί τ’ ασφοδίλια

τό σταμνί πού δέν ήθελε νά στερέψει στό τέλος τής μέρας

καί τό κλειστό κρεβάτι κοντά στά κυπαρίσια καί τά μαλ-

λιά σου

χρυσά. Τ’ άστρα τού Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-

βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στά κίτρινα δέντρα κατά τό πλάγιασμα τής βροχής

σέ πιωπηλές πλαγιές φορτωμένες μέ τά φύλλα τής οξιάς,

καμιά φωνή στήν κορυφή τους. Βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου. Στ’ αριστερό σου χέρι μιά γραμμή

μιά χαρακιά στό γόνατό σου, τάχα νά υπάρχουν

στήν άμμο τού περασμένου καλοκαιριού, τάχα

νά μένουν εκεί πού φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω

γύρω στήν παγωμένη λίμνη τήν ξένη φωνή.

Τά πρόσωπα πού βλέπω δέ ρωτούν μήτε η γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας τό παιδί της.

Ανεβαίνω τά βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές, ο χιονι-

σμένος

κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δέ ρωτούν

μήτε ο καιρός κλειστός σέ βουβά ερμοκλήσια μήτε

τά χέρια πού απλώνουνται γιά νά γυρέψουν, κι οι

δρόμοι.

Κράτησα τή ζωή μου ψυθιριστά μέσα στήν απέραντη

σιωπή

δέν ξέρω πιά νά μιλήσω μήτε νά συλλογιστώ. Ψίθυροι

σαν την ανάσα τού κυπαρισιού τή νύχτα εκείνη

σάν τήν ανθρώπινη φωνή τής νυχτερινής θάλασσας στά

χαλίκια

σάν τήν ανάμνηση τής φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.

~Γιώργος Σεφέρης

 

 

 

 

 

 

 

EPIPHANY, 1937

The flowering pelagos and the mountains in the waning

moon

the great rock near the cactus pear trees and the asphodels

the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day

and the vacant bed near the cypresses and your hair

golden, the stars of the Swan and that star, Aldebaran

I got hold of my life, I got hold of my life traveling

among yellow trees in the slanting rain

in silent slopes loaded with beech-tree leaves

no fire on their peaks; it’s getting dark.

I got hold of my life; a line on your left hand

on your knee a scar, perhaps they still exist

on the sand of last summer, perhaps

they’re still there where the north wind blew, as I hear

the unfamiliar voice around the frozen lake.

The faces I see don’t ask questions, nor does the woman

stooping as she walks breastfeeding her baby

I climb the mountains; bruised up ravines; the snow

covered

plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing

nor does the time enslaved in silent chapels, nor

do the hands outstretched to beg, nor the roads

I got hold of my life whispering in the boundless silence

I no longer know how to speak, nor how to think; whispers

like the cypress’ breath that night

like the human voice of the night sea on pebbles

like the memory of your voice saying ‘happiness’.

~George Seferis

Translation by Manolis Aligizakis