Posts Tagged ‘ξένος’

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

cover

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

For this I knew the subterranean secret gate of the skies.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

all around them he drew the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

 

 

Night

There is a door in the night that only the blind see,

darkness makes the animals hear better,

and him, staggered, not from being drunk

but from his futile effort to climb

up to the tower, we once had lost.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

Guilt

Then, what they searched for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I grew up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a stranger.

~Τάσος Λειβαδίτης, ‘Διασπορά’

~Tasos Livaditis, ‘Diaspora’

~Translation Manolis Aligizakis