Posts Tagged ‘νύχτα’

kiki-dimoula

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΕΣ

Εύκολα περιγράφομαι και λύνομαι
με μονοκοντυλιές.
Δεν είναι βαρετό αυτό
τις χειμωνιάτικες νύχτες.

Τραβήξτε πρώτα μια στερεά
μπηγμένη κατακόρυφα.
Αυτή θα `ναι η πίστη μου.
Μιαν άλλη αμέσως από απέναντι
βυθίστε την στο κέτρο της σχεδόν,
κατάλληλα έτσι
να μοιάζ’ η πρώτη κλονισμένη.
Βάλτε μεγάλες πλάι σε μικρές,
αχνές σε τονισμένες δίπλα,
να δείχνουνε τις τάσεις μου.
Φριντίστε αυτές να μην τελειώνουνε ποτέ
γιατί θα συντομέψετε άσχημα τη λύση μου.
Πετάξτε σκόρπιες μερικές
αλλά σ’ απίθανη κατεύθυνση,
τις αντιφάσεις μου.
Δύο μεγάλες κεντρικές προσθέστε
με του μοιραίου το χάσμα ανάμεσά τους.

Τώρα με το μολύβι
(ή με τη φαντασία σας)
φροντίστε πάνω από αυτά
μια καταχνιά να κάθεται,
γιατί με σκέτη μονοκοντυλιά
η θλίψη μου δεν περιγράφεται.

SINGLE STROKES OF THE PEN

You may easily describe and explain me
with single strokes of the pen.
It isn’t boring
during the winter nights.

A firm one you may draw up front
thrust it in vertically.
This will be my faith.
Another one you may draw from the opposite direction
thrust it deep into the center of the first
appropriately that the first one
will seem exhausted.
Place some long ones next to the short
the vague ones next to the underlined
to underscore my inclinations.
Make sure these don’t ever end
unless the explanation of me is shortened.
Scatter a few
of my objections
to all directions.
Add two long ones in the center
and between them the void of the inevitable.

Now with the pencil
(or your imagination)
make sure some mist hangs
over all these
cause with just one stroke of the pen
you can’t explain my sorrow.

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

93119261_134154321279
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή.

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
κι εγώ.

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε.

OLD STREETS

Old streets that I loved and I hated forever
where I walked under the shade of houses
inescapable nights of the return and the city: dead.

I discover my insignificant presence in every corner
wishing that at some time I meet you: lost ghost of my passion
and I.

As I, forgotten and idocile walked holding a flickering spark
in my wet palms.

And I walked in the night and I knew no one
and no one and no one knew me.

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis