Posts Tagged ‘μολύβι’

images of absence cover10997801_10152602779261612_127838949131358138_o

POEM

Your image came to my mind

I took pencil and paper
to immortalize
your smiling lips
your playful eyes
to extol with words

but I tried very hard
and my fingers played
with the pencil
yet I found not a word
the poem of your image
to compose

ΠΟΙΗΜΑ

Στο νου μου ήρθε η μορφή σου

Πήρα μολύβι και χαρτί
τα χείλια σου τα γελαστά
για ν’ αποθανατίσω
τα παιγνιδιάρικά σου μάτια
με λόγια να παινέψω

μα έστυψα το νου
και το μολύβι έπαιξα
στα δάχτυλα δίχως
λέξη καμμιά να βρώ
το ποίημα της μορφής σου
για να γράψω

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015

Advertisements

 

Image

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

 

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.

 

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

 

THE PENCIL

The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

 ~Alexandra Bakonika

Η  TEΛΕΙΑ ΜΕΡΑ 

Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,

ήρθεςκαιέμεινες.

PERFECT DAY

It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis

THIS STAR IS FOR ALL OF US

 

Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.

 

When I was a child and my mother saw me being sad

she’d lean down and ask. What is it my boy?

I’d keep silent. I would only look over her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I was learning to write songs for you.

When I’d touch the wet glass of the window it was

     because you were late

when at night I’d stare at the stars it was

     because I missed your eyes

and when my door bell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

    your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

     opened your arms ever so tenderly

as if you had known me for years. But of course

you had known me. Because before you ever got into my life

you had lived in my dreams

my beloved.

 

 

     Do you remember, my love, “our first big day”?

You were so nice in that yellow dress

a simple, inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun fell on your face so fittingly,

that rosy cloud at the edge of the road fit so nicely

     on you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

    fit so nicely on you.

 

     I’d put my hands in my pockets, I’d take them out.

We’d walk without saying any words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one in two glasses. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible. It must have said

     something to you.

 

The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

where we saw the manoeuvring of the trains.

 

Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

that body of yours I held for the first time, naked

the tears that I couldn’t hold back

—how they fit nicely on you.

 

 

Ah, I would like to kiss the hands of your father, your mother’s

    limbs who, for me, gave birth to you

to kiss al the chairs you touched as you walked by

    in your dress

to hide in my heart, as a talisman, a piece of the bed-sheet

    you slept in.

I could even smile

to the man who saw you naked before me

to even smile at him, who was graced with such happiness.

Because I, my beloved, I owe you something more

    than love

I owe you the song and the hope, the tears

    and again hope.  

 

In the tiniest moment with you, I lived all my life.

 

 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

 

“Ναί, αγαπημένη μου! Πολύ πρίν νά σέ συναντήσω
εγώ σέ περίμενα. Πάντοτε σέ περίμενα.

Σάν ήμουνα παιδί καί μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε καί μέ ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δέ μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τόν ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Καί καθώς πηγαινόφερνα τό παιδικό κοντύλι
ήτανε γιά νά μάθω νά σού γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στό τζάμι τής βροχής ήταν πού αργούσες

         ακόμα
όταν τή νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μού λείπανε τά

        μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δέν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μές στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

        πού χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε γιά πρώτη φορά – θυμάσαι; – μού

        άπλωσες τά χέρια σου τόσο τρυφερά

σά νά μέ γνώριζες από χρόνια. Μά καί βέβαια

μέ γνώριζες. Γιατί πρίν μπείς ακόμα στή ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στά όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “τήν πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σού πήγαινε αυτό τό κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μά ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες μέ μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σού πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στήν άκρη τού δρόμου αυτό τό τριανταφυλλένιο

      σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σού

      πήγαινε.

Έβαζα τά χέρια μου στίς τσέπες, τά ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μά καί τί νά πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τά μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στή γωνιά τραγούδαγε τίς

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μιά στά δυό. Κι αυτό τό χελιδόνι πού πέρασε ξαφνικά

πλάι στά μαλλιά σου. Τί σού είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τά μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θά σού είπε.

Τό ξενοδοχείο ήταν μικρό σέ μιά παλιά συνοικία πλάι στό

      σταθμό

πού μές στήν αντηλιά κοιτάζαμε νά μανουβράρουμε τά τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο τό πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα τής ευτυχίας

αυτό τό σώμα σου πού κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τά δάκρυα πού δέν μπόρεσα στό τέλος νά κρατήσω
– πόσο σού πήγαιναν.

Ά, θά ‘θελα νά φιλήσω τά χέρια τού πατέρα σου, τής μητέρας σου τά
         γόνατα πού σέ γεννήσανε γιά μένα
νά φιλήσω όλες τίς καρέκλες πού ακούμπησες περνώντας

         μέ τό φόρεμα σου νά

κρύψω σά φυλαχτό στόν κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

        απ’ τό σεντόνι πού κοιμήθηκες.

Θά μπορούσα ακόμα καί νά χαμογελάσω

στόν άντρα πού σ’ έχει δεί γυμνή πρίν από μένα

νά τού χαμογελάσω, πού τού δόθηκε μιά τόση ατέλειωτη

        ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σού χρωστάω κάτι πιό πολύ απ’ τόν

       έρωτα

εγώ σού χρωστάω τό τραγούδι καί τήν ελπίδα, τά δάκρυα

      καί πάλι τήν ελπίδα.

Στήν πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τή ζωή”.

~Τασος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

~Translation Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis_cover

An Old Man On the River Bank

 

    For Nanos Panagiotopoulos

And yet we have to consider how to proceed.

To feel is not enough, nor to think, nor

to move

nor to risk your body in the ancient embrasure,

when the boiling oil and molten lead groove

the walls.

And yet we have to consider to what direction we go ahead

not the way our pain desires it and our hungry

children

and the chasm of our comrades’ call from

the opposite shore

not even the darkened light whispers it in the improvised

hospital,

the pharmaceutical shine on the young man operated

on at noon

but in some other way perhaps I mean to say that

the long river that emerges from the great lakes enclosed

deep in Africa

and at sometime it was god and then it turned into road and

benefactor and judge and delta

that is never the same as the wise old people taught

and yet it always remains the same body, the same bed and

the same Point,

the same orientation.

I don’t want anything else but to speak simply, let

this grace be granted to me.

Because even our song we’ve loaded with so much

music that slowly sinks

and our art we’ve decorated so much that its features

are eaten by the gold

and it is time that we say our few words because

tomorrow our soul sails away.

If pain is human, we are not human just

to suffer pain

that’s why I contemplate so much these days about

the great river

this image that goes forward between herbs and

verdure

and beasts that graze and drink and people who

sow and harvest

and even in great tombs and small plots

of the dead.

This current that leads its way and that is not at all

different from the blood of men

and from the eyes of men when they stare straight ahead

without any fear in their hearts

without the everyday shiver about the little things or

even the great ones

when they stare straight ahead like the wayfarer who is

used to find his way guided by the stars

not like us, the other day, looking at the enclosed orchard

of an sleepy Arabic house

behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing

larger and smaller

changing as we looked at it; we changed the shape of

our desire and our hearts

at high noon, us the patient dough of a world

that pushes us away and kneads us,

caught in the ornamented nets of life that was right and

then it turned into dust and sank in the sand

leaving behind it only that indecipherable dizzying

sway of a tall palm tree.

 

~George Seferis

~Cairo, 20 June ‘42

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Στον Νάνο Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.

Νά αισθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σκέπτεσαι μήτε νά

κινείσαι

μήτε νά κινδυνεύει τό σώμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,

όταν τό λάδι ζεματιστό καί τό λιωμένο μολύβι

αυλακώνουνε τά τειχιά.

Κι όμως πρέπει νά λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας τό θέλει καί τά πεινασμένα

παιδιά μας

καί τό χάσμα τής πρόσκλησης τών συντρόφων από τόν

αντίπερα γιαλό,

μήτε καθώς τό ψυθιρίζει τό μελανιασμένο φώς στό

πρόχειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τού

παλικαριού που χειρουργήθηκε τό μεσημέρι

αλλά μέ κάποιον άλλο τρόπό, μπορεί νά θέλω νά πώ

καθώς

τό μακρύ ποτάμι πού βγαίνει από τίς μεγάλες λίμνες τίς

κλειστές βαθιά στήν Αφρική

καί ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος καί

δωρητής καί δικαστής καί δέλτα

πού δέν είναι ποτές του τό ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι

παλαιοί γραμματισμένοι,

κι ωστόσο μένει πάντα τό ίδιο σώμα, τό ίδιο στρώμα, και

τό ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, νά μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί καί τό τραγούδι τό φορτώσαμε μέ τόσες μουσικές

πού σιγά-σιγά βουλιάζει

καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε

από τά μαλάματα τό πρόσωπό της

κι είναι καιρός νά πούμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Άν είναι ανθρώπινος ο πόνος δέν είμαστε άνθρωποι μόνο

γιά νά πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τίς μέρες, τό

μεγάλο ποτάμι

αυτό τό νόημα πού προχωρεί ανάμεσα σέ βότανα καί σέ

χόρτα

καί ζωντανά πού βόσκουν καί ξεδιψούν κι ανθρώπους πού

σπέρνουν καί πού θερίζουν

καί σέ μεγάλους τάφους ακόμη καί μικρές κατοικίες τών

νεκρών.

Αυτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του καί πού δέν είναι

τόσο διαφορετικό από τό αίμα τών ανθρώπων

κι από τά μάτια τών ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς τό φόβο μές στήν καρδιά τους,

χωρίς τήν καθημερινή τρεμούλα γιά τά μικροράματα ή

έστω καί γιά τά μεγάλα

όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος πού

συνήθισε ν’ αναμετρά τό δρόμο του μέ τ’ άστρα,

όχι όπως εμείς, τήν άλλη μέρα, κοιτάζοντας τό κλειστό

περιβόλι στό κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τά καφασωτά, τό δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει

σχήμα, νά μεγαλώνει καί νά μικραίνει,

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, τό σχήμα τού

πόθου μας καί τής καρδιάς μας,

στή στάλα τού μεσημεριού, εμείς τό υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου πού μάς διώχνει καί πού μάς πλάθει,

πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιάς ζωής πού ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη καί βούλιαξε μέσα στήν άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο τό απροσδιόριστο

λίκνισμα πού μάς ζάλισε μιάς αψηλής φοινικιάς.

~Γιώργος Σεφέρης

~Κάϊρο, 20 Ιουνίου `42