Posts Tagged ‘μητέρα’

Tasos Livaditis_Vanilla

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νλύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου ελίπανε τα
μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμς μες στον κόσμο είταν η
καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά — θυμάσαι ; — μου
άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπείς ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

THIS STAR IS FOR ALL OF US

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I would go back and forth with the pencil
it was as if I learned to write songs for you.
When I would touch the wet glass of the window it was
because you were late
when at night I would gaze the stars it was
because I missed your eyes
and when my doorbell rang and I opened
no one was there. However somewhere in the world
your heart was beating.

I’ve lived this way. Always.
And when we first met—you remember?—you
opened your arms ever so tenderly
as though you had known me for years. But of course
you knew me. Because before you came to my life
you had lived in my dreams
my beloved.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

 

35774-tl

Ο ΤΡΙΤΟΣ

Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μιά παλιά φθαρμένη βαλίτσα,

όπου έκρυβε τά φαντάσματα τής ζωής του, γιά νά μήν κάνουν τόν

κόπο νά τόν κυνηγούν,

ήμασταν στό ίδιο πνιγηρό δωμάτιο, καί τό μεγάλο ζώο πού ήταν

ζωγραφισμένο στό χαλί μάς έτρωγε κιόλας τά γόνατα,

“μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε νά βρούμε λίγο νερό γιά

τ’ άλογό μου;”, “μά δέ βλέπω κανένα άλογο”, “κι εσύ μητέρα!”,

μιά σειρά κεριά ήταν κι απ’ τίς δυό μεριές τού διαδρόμου, καί

στό βάθος τό σκοτεινό μαγαζί πού πουλούσε παλιά μουσικά όργανα

κρεμασμένα απ’ τό ταβάνι, σάν τούς φτωχούς, καί στή μέση ο

παλαιοπώλης, γέρος καί βρόμικος, κούρντιζε πάνω στά γόνατά του

τό πεθαμένο χέρι, “μάς γέλασαν, φώναξα, μάς έδωσαν άλλο σπίτι”,

μά δέν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μιά φουρκέτα κάτω στίς

πλάκες σάν ένα μικρό έντομο, πού μόλις έκανα νά τήν αγγίξω

πέταξε καί χάθηκε απ’ τό παράθυρο.

Κι όλη τή νύχτα ακούγαμε τούς σιδεράδες πού ετοιμάζαν τά

καρφιά, σάν νά υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στούς τρείς μας.

THE THIRD MAN

Then the other one came, he carried an old ravished valise,

in which he hid all the ghosts of his life, that they never needed

chase after him,

we were in the same stuffy room and the large animal sawn

on the carpet was already biting our knees,

“mother”, I asked at some-time, “where can we find some water for

my horse?”, “but I don’t see any horse”, “you too, mother!”,

a line of candles was on both sides of the hallway and at

the far end the store that sold old music instruments hanging

from the ceiling like the destitute, and in the middle the merchant,

old and dirty, on his knee would wound up the dead arm,

“they fooled us” I cried, “they gave us another house”,

but no-one was around, only one hairpin on the tiles, like

a small insect that as I tried to touch it flew and vanished

through the window.

And all night long we heard the blacksmiths preparing the nails

as if there was a Christ among the three of us.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

THIS STAR IS FOR ALL OF US

 

Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.

 

When I was a child and my mother saw me being sad

she’d lean down and ask. What is it my boy?

I’d keep silent. I would only look over her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I was learning to write songs for you.

When I’d touch the wet glass of the window it was

     because you were late

when at night I’d stare at the stars it was

     because I missed your eyes

and when my door bell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

    your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

     opened your arms ever so tenderly

as if you had known me for years. But of course

you had known me. Because before you ever got into my life

you had lived in my dreams

my beloved.

 

 

     Do you remember, my love, “our first big day”?

You were so nice in that yellow dress

a simple, inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun fell on your face so fittingly,

that rosy cloud at the edge of the road fit so nicely

     on you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

    fit so nicely on you.

 

     I’d put my hands in my pockets, I’d take them out.

We’d walk without saying any words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one in two glasses. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible. It must have said

     something to you.

 

The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

where we saw the manoeuvring of the trains.

 

Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

that body of yours I held for the first time, naked

the tears that I couldn’t hold back

—how they fit nicely on you.

 

 

Ah, I would like to kiss the hands of your father, your mother’s

    limbs who, for me, gave birth to you

to kiss al the chairs you touched as you walked by

    in your dress

to hide in my heart, as a talisman, a piece of the bed-sheet

    you slept in.

I could even smile

to the man who saw you naked before me

to even smile at him, who was graced with such happiness.

Because I, my beloved, I owe you something more

    than love

I owe you the song and the hope, the tears

    and again hope.  

 

In the tiniest moment with you, I lived all my life.

 

 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

 

“Ναί, αγαπημένη μου! Πολύ πρίν νά σέ συναντήσω
εγώ σέ περίμενα. Πάντοτε σέ περίμενα.

Σάν ήμουνα παιδί καί μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε καί μέ ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δέ μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τόν ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Καί καθώς πηγαινόφερνα τό παιδικό κοντύλι
ήτανε γιά νά μάθω νά σού γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στό τζάμι τής βροχής ήταν πού αργούσες

         ακόμα
όταν τή νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μού λείπανε τά

        μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δέν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μές στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

        πού χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε γιά πρώτη φορά – θυμάσαι; – μού

        άπλωσες τά χέρια σου τόσο τρυφερά

σά νά μέ γνώριζες από χρόνια. Μά καί βέβαια

μέ γνώριζες. Γιατί πρίν μπείς ακόμα στή ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στά όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “τήν πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σού πήγαινε αυτό τό κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μά ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες μέ μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σού πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στήν άκρη τού δρόμου αυτό τό τριανταφυλλένιο

      σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σού

      πήγαινε.

Έβαζα τά χέρια μου στίς τσέπες, τά ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μά καί τί νά πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τά μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στή γωνιά τραγούδαγε τίς

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μιά στά δυό. Κι αυτό τό χελιδόνι πού πέρασε ξαφνικά

πλάι στά μαλλιά σου. Τί σού είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τά μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θά σού είπε.

Τό ξενοδοχείο ήταν μικρό σέ μιά παλιά συνοικία πλάι στό

      σταθμό

πού μές στήν αντηλιά κοιτάζαμε νά μανουβράρουμε τά τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο τό πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα τής ευτυχίας

αυτό τό σώμα σου πού κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τά δάκρυα πού δέν μπόρεσα στό τέλος νά κρατήσω
– πόσο σού πήγαιναν.

Ά, θά ‘θελα νά φιλήσω τά χέρια τού πατέρα σου, τής μητέρας σου τά
         γόνατα πού σέ γεννήσανε γιά μένα
νά φιλήσω όλες τίς καρέκλες πού ακούμπησες περνώντας

         μέ τό φόρεμα σου νά

κρύψω σά φυλαχτό στόν κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

        απ’ τό σεντόνι πού κοιμήθηκες.

Θά μπορούσα ακόμα καί νά χαμογελάσω

στόν άντρα πού σ’ έχει δεί γυμνή πρίν από μένα

νά τού χαμογελάσω, πού τού δόθηκε μιά τόση ατέλειωτη

        ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σού χρωστάω κάτι πιό πολύ απ’ τόν

       έρωτα

εγώ σού χρωστάω τό τραγούδι καί τήν ελπίδα, τά δάκρυα

      καί πάλι τήν ελπίδα.

Στήν πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τή ζωή”.

~Τασος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

~Translation Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

 

For a Woman

 

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

 

But it was so simple:

since you loved me

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

 

 

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.

 

 

Ο Ηττημένος

 

     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

 

 

 

The Defeated

 

     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.

 

 

Χοιροστάσιο

 

     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

 

Pigsty

 

    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

 

 

Η Έκτη Ημέρα

 

     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.

 

 

The Sixth Day

 

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.