Posts Tagged ‘μετάφραση’

cover

 

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ

 

Ήταν νύχτα κι είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα:

θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; Χίλιες σκέψεις με τυραν-

νούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον

τυφλό της αντικρυνής κάμαρας να προχωράει στο διάδρομο κρατώ-

ντας έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, “τί τον θέλει

τον λύχνο;” αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα,

είχα βρει τη λύση “αδερφέ μου” του λέω “ο Θεός σ’ έστειλε”,

και βαλθήκαμε με ζέση κι οι δυο επί τώ έργω.

 

 

 

THE BLIND MAN WITH THE OIL LAMP

 

It was dark and I had taken the biggest decision of the century: I

would save the world! But how? Thousands of thoughts pounded my

mind when I heard footsteps; I opened the door and saw the blind

man of the opposite room holding an oil lamp and walking in

the hallway ready to go down the stairs “what does he need the oil

lamp?” I ask myself when suddenly the thought came to me: I had

found the solution “my brother” I say to him “God has sent you”

and we both eagerly commenced our duty.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

ubermensch_cover

Ακατόρθωτο

 

Τότε εκεί συνάντησα εντελώς τυχαία το γέροντα που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός. Ήταν

από παλιά λάτρης του απραγματοποίητου και τ’ άρεσε

που κάθονταν σ’ ένα βρεμένο στρώμα και σαν επαίτης

απ’ τους περαστικούς ζήταγε ένα λεπτό σιγής, γιατί

το `ξερε καλά αυτός μονάχα θα κουβάλαγε το πιο πολύ

χρυσάφι την ώρα της τελικής κρίσης, γεγονός βέβαια

αναμφισβήτητο, επίσης απρόβλεπτο για της πόλης

τους πολυάσχολους γιους και φυσικά σ’ αυτό

ο γελωτοποιός σημασία πια δεν έδινε, ενώ ο γέρος που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός έσκυψε

στο βαρέλι σκουπιδιών του εστιατορίου το βραδινό φαί

να εξοικονομίσει.

 

~ Μου αρέσουν εκείνοι που ζουν για να μάθουν και θέλουν

να γίνουν η αιτία για να γενηθεί μια μέρα ο Υπεράνθρωπος.

Έτσι επιθυμούν τη δύση τους.

 

Unattainable

 

 

Then, there, by chance I met the old man who decided

before his death to name himself God. Ηe had always been

in love with the unattainable. He liked to sit on a wet

mattress and asked the passersby for a moment of silence

because he knew, he alone, would carry the most gold at

the final Day of Judgement, one completely certain event

and of course unexpected to the busy men of this city and

to this, the jester didn’t ever paid attention while the old man

leaned into the restaurant garbage bin to get his evening

meal.

 

~ I like those who seek knowledge and become the reason

for the coming of Ubermensch. Thus they seek their death.

 

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

ritsos_front-large

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Αστραπιαία μοτοσικλέτα. Πέρασε. Ο έρωτας ήταν.

Ανέμισμα μαλλιών. Φέγγος τής θάλασσας. Στήν αγορά

πλήθος φραγκόσυκα σέ καλαμένια κοφίνια

λιάζονται μέ ιταμότητα—αρχέγονοι όρχεις,

τό φώς σπιθίζει στό ξανθό τρίχωμά τους.

Τά κορίτσια γελάνε

μπροστά στίς πόρτες. Μέ μικρούς σουγιάδες σκίζουν

τήν παχιά φλούδα τών φραγκόσυκων. Τό γέλιο τους

αποσκεπάζει ένα κρυφό ερωτικό φονικό. Κι ίσως γι αυτό

στό βάθος τού ορίζοντα ένα ελάχιστο πάλλευκο σύννεφο σκιάζει

μιά σπιθαμή στό απέναντι γαλάζιο βουνό.

Τί όμορφη μέρα,

όμορφη, πιό όμορφη, προστατεύοντας πάλι,

μέ καθυστέρηση, κάποιο δικό μας δικαίωμα στό θαυμασμό

κάποιο δικό μας δικαίωμα στήν αιώνια νεότητα τού κόσμου.

 

 

REPOSSESSION OF RIGHTS

 

The motorcycle in lightning speed. It passed by. It was love.

Fluttering of hair. Radiance of the sea. In the agora

loads of cactus pears sunbathed in insolence

in baskets made of cane – primeval testicles,

light strikes like a spark in their blond hairs.

The girls laugh

in front of doors. They slice open the thick rind of

the cactus pears with small knives. Their laughter

conceals a secret erotic murder. Perhaps for this reason

the slightest snow-white cloud shadows one yard on the opposite

blue mountain, at the far end of the horizon.

What a beautiful day,

beautiful, more beautiful, protecting again,

somewhat late, our certain right in admiration,

our certain right in the eternal youth of the world.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΕΔΩ

Ανάμεσα στα κόκαλα

μια μουσική

περνάει στην άμμο

περνάει στη θάλασσα.

Ανάμεσα στα κόκαλα

ήχος φλογέρας

ήχος τυμπάνου απόμακρος

κι ένα ψιλό κουδούνισμα

περνάει τους κάμπους τους στεγνούς

περνάει τη θάλασσα με τα δελφίνια.

Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε.

Βοήθεια, βοήθεια!

Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί

με τους νεκρούς.

 

 

HERE AMONG THE BONES

 

Among the bones

some music

goes by the sand

goes over the sea.

Among the bones

sound of a flute

sound of a distant drum

and a light ringing,

goes over the dry plains

over the sea with the dolphins.

High mountains, you can’t hear us!

Help! Help!

High mountains, we’ll dissolve, dead

with the dead!

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Ήξερε τί παράσταιναν οι διαδοχικές του μεταμφιέσεις
(συχνά κι αυτές αναχρονιστικές και πάντα αόριστες)
τον ξιφομάχο, τον κήρυκα, τον ιερέα, τον σκοινοβάτη,
τον ήρωα, το θύμα, τον νεκρό, την Ιφιγένεια. Δεν ήξερε
εκείνον που μεταμφιεζόταν. Τα πολύχρωμα κοστούμια του
σωρός στο πάτωμα, καλύπτοντας την τρύπα του πατώματος,
και στην κορφή του σωρού το λαξευμένο, χρυσό προσωπείο,
και μες στο κούφωμα του προσωπείου το αχρησιμοποίητο πιστόλι.

THE UNKNOWN

He knew what his successive disguises stood for
(even them often out of time and always vague)
a fencer, a herald, a priest, a rope walker,
a hero, a victim, a dead, Iphigenia. He didn’t know
the one he disguised himself as. His colorful costumes
pile on the floor, covering the hole of the floor,
and on top of the pile the carved golden mask,
and in the cavity of the mask the unfired pistol.
ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Με το φθινόπωρο ακούσαμε ξανά κάτω απ’ τις καμάρες
το κέρας των αρχαίων κυνηγών. Ο ραβδοσκόπος καθόταν στην
πόρτα.
Μπροστά στο Διοικητήριο έκαιγαν τους χαρταητούς. Λίγο πιο πέρα,
μονάχο το άγαλμα, γυμνό, τρέμοντας όλο πάνω στο βάθρο του,
(αυτό που τόσα είχα τραβήξει ώσπου να γίνει άγαλμα), αυτό,
ολότελα πια λησμονημένο, μελετούσε κρυφά, μέσα στην πέτρα,
ένα καινούργιο, εκπληχτικό διασκελισμό, που να επισύρει
την προσοχή των κυνηγών, του κρεοπώλη, του φούρναρη, της χήρας,
διαψεύδοντας ό,τι περσότερο είχε ονειρευτεί: την άσπιλη εκείνη,
την ένδοξή του, τη μαρμάρινη, την αναπαυτικά εσταυρωμένη ακι-
νησία.
DEAD END

In the fall we heard the ancient hunters’ horns
blare under the arches. The dowser
sat by the door.
In front of Government House they burned kites. Farther on
the statue was alone, naked, completely shivering on its pedestal,
(the one that had endured so much to become a statue),
now, totally forgotten, secretly contemplating in the rock
of a new amazing straddle, that would draw
the hunters’ attention, the butcher’s, the baker’s, the widow’s,
disproving what it had dreamed the most: its unblemished,
its glorified the made-of-marble comfortably crucified
motionlessness.

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca