Posts Tagged ‘μετάφραση’

cover

 

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ

 

Ήταν νύχτα κι είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα:

θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; Χίλιες σκέψεις με τυραν-

νούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον

τυφλό της αντικρυνής κάμαρας να προχωράει στο διάδρομο κρατώ-

ντας έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, “τί τον θέλει

τον λύχνο;” αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα,

είχα βρει τη λύση “αδερφέ μου” του λέω “ο Θεός σ’ έστειλε”,

και βαλθήκαμε με ζέση κι οι δυο επί τώ έργω.

 

 

 

THE BLIND MAN WITH THE OIL LAMP

 

It was dark and I had taken the biggest decision of the century: I

would save the world! But how? Thousands of thoughts pounded my

mind when I heard footsteps; I opened the door and saw the blind

man of the opposite room holding an oil lamp and walking in

the hallway ready to go down the stairs “what does he need the oil

lamp?” I ask myself when suddenly the thought came to me: I had

found the solution “my brother” I say to him “God has sent you”

and we both eagerly commenced our duty.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

ubermensch_cover

Ακατόρθωτο

 

Τότε εκεί συνάντησα εντελώς τυχαία το γέροντα που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός. Ήταν

από παλιά λάτρης του απραγματοποίητου και τ’ άρεσε

που κάθονταν σ’ ένα βρεμένο στρώμα και σαν επαίτης

απ’ τους περαστικούς ζήταγε ένα λεπτό σιγής, γιατί

το `ξερε καλά αυτός μονάχα θα κουβάλαγε το πιο πολύ

χρυσάφι την ώρα της τελικής κρίσης, γεγονός βέβαια

αναμφισβήτητο, επίσης απρόβλεπτο για της πόλης

τους πολυάσχολους γιους και φυσικά σ’ αυτό

ο γελωτοποιός σημασία πια δεν έδινε, ενώ ο γέρος που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός έσκυψε

στο βαρέλι σκουπιδιών του εστιατορίου το βραδινό φαί

να εξοικονομίσει.

 

~ Μου αρέσουν εκείνοι που ζουν για να μάθουν και θέλουν

να γίνουν η αιτία για να γενηθεί μια μέρα ο Υπεράνθρωπος.

Έτσι επιθυμούν τη δύση τους.

 

Unattainable

 

 

Then, there, by chance I met the old man who decided

before his death to name himself God. Ηe had always been

in love with the unattainable. He liked to sit on a wet

mattress and asked the passersby for a moment of silence

because he knew, he alone, would carry the most gold at

the final Day of Judgement, one completely certain event

and of course unexpected to the busy men of this city and

to this, the jester didn’t ever paid attention while the old man

leaned into the restaurant garbage bin to get his evening

meal.

 

~ I like those who seek knowledge and become the reason

for the coming of Ubermensch. Thus they seek their death.

 

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

ritsos_front-large

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Αστραπιαία μοτοσικλέτα. Πέρασε. Ο έρωτας ήταν.

Ανέμισμα μαλλιών. Φέγγος τής θάλασσας. Στήν αγορά

πλήθος φραγκόσυκα σέ καλαμένια κοφίνια

λιάζονται μέ ιταμότητα—αρχέγονοι όρχεις,

τό φώς σπιθίζει στό ξανθό τρίχωμά τους.

Τά κορίτσια γελάνε

μπροστά στίς πόρτες. Μέ μικρούς σουγιάδες σκίζουν

τήν παχιά φλούδα τών φραγκόσυκων. Τό γέλιο τους

αποσκεπάζει ένα κρυφό ερωτικό φονικό. Κι ίσως γι αυτό

στό βάθος τού ορίζοντα ένα ελάχιστο πάλλευκο σύννεφο σκιάζει

μιά σπιθαμή στό απέναντι γαλάζιο βουνό.

Τί όμορφη μέρα,

όμορφη, πιό όμορφη, προστατεύοντας πάλι,

μέ καθυστέρηση, κάποιο δικό μας δικαίωμα στό θαυμασμό

κάποιο δικό μας δικαίωμα στήν αιώνια νεότητα τού κόσμου.

 

 

REPOSSESSION OF RIGHTS

 

The motorcycle in lightning speed. It passed by. It was love.

Fluttering of hair. Radiance of the sea. In the agora

loads of cactus pears sunbathed in insolence

in baskets made of cane – primeval testicles,

light strikes like a spark in their blond hairs.

The girls laugh

in front of doors. They slice open the thick rind of

the cactus pears with small knives. Their laughter

conceals a secret erotic murder. Perhaps for this reason

the slightest snow-white cloud shadows one yard on the opposite

blue mountain, at the far end of the horizon.

What a beautiful day,

beautiful, more beautiful, protecting again,

somewhat late, our certain right in admiration,

our certain right in the eternal youth of the world.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΕΔΩ

Ανάμεσα στα κόκαλα

μια μουσική

περνάει στην άμμο

περνάει στη θάλασσα.

Ανάμεσα στα κόκαλα

ήχος φλογέρας

ήχος τυμπάνου απόμακρος

κι ένα ψιλό κουδούνισμα

περνάει τους κάμπους τους στεγνούς

περνάει τη θάλασσα με τα δελφίνια.

Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε.

Βοήθεια, βοήθεια!

Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί

με τους νεκρούς.

 

 

HERE AMONG THE BONES

 

Among the bones

some music

goes by the sand

goes over the sea.

Among the bones

sound of a flute

sound of a distant drum

and a light ringing,

goes over the dry plains

over the sea with the dolphins.

High mountains, you can’t hear us!

Help! Help!

High mountains, we’ll dissolve, dead

with the dead!

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Ήξερε τί παράσταιναν οι διαδοχικές του μεταμφιέσεις
(συχνά κι αυτές αναχρονιστικές και πάντα αόριστες)
τον ξιφομάχο, τον κήρυκα, τον ιερέα, τον σκοινοβάτη,
τον ήρωα, το θύμα, τον νεκρό, την Ιφιγένεια. Δεν ήξερε
εκείνον που μεταμφιεζόταν. Τα πολύχρωμα κοστούμια του
σωρός στο πάτωμα, καλύπτοντας την τρύπα του πατώματος,
και στην κορφή του σωρού το λαξευμένο, χρυσό προσωπείο,
και μες στο κούφωμα του προσωπείου το αχρησιμοποίητο πιστόλι.

THE UNKNOWN

He knew what his successive disguises stood for
(even them often out of time and always vague)
a fencer, a herald, a priest, a rope walker,
a hero, a victim, a dead, Iphigenia. He didn’t know
the one he disguised himself as. His colorful costumes
pile on the floor, covering the hole of the floor,
and on top of the pile the carved golden mask,
and in the cavity of the mask the unfired pistol.
ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Με το φθινόπωρο ακούσαμε ξανά κάτω απ’ τις καμάρες
το κέρας των αρχαίων κυνηγών. Ο ραβδοσκόπος καθόταν στην
πόρτα.
Μπροστά στο Διοικητήριο έκαιγαν τους χαρταητούς. Λίγο πιο πέρα,
μονάχο το άγαλμα, γυμνό, τρέμοντας όλο πάνω στο βάθρο του,
(αυτό που τόσα είχα τραβήξει ώσπου να γίνει άγαλμα), αυτό,
ολότελα πια λησμονημένο, μελετούσε κρυφά, μέσα στην πέτρα,
ένα καινούργιο, εκπληχτικό διασκελισμό, που να επισύρει
την προσοχή των κυνηγών, του κρεοπώλη, του φούρναρη, της χήρας,
διαψεύδοντας ό,τι περσότερο είχε ονειρευτεί: την άσπιλη εκείνη,
την ένδοξή του, τη μαρμάρινη, την αναπαυτικά εσταυρωμένη ακι-
νησία.
DEAD END

In the fall we heard the ancient hunters’ horns
blare under the arches. The dowser
sat by the door.
In front of Government House they burned kites. Farther on
the statue was alone, naked, completely shivering on its pedestal,
(the one that had endured so much to become a statue),
now, totally forgotten, secretly contemplating in the rock
of a new amazing straddle, that would draw
the hunters’ attention, the butcher’s, the baker’s, the widow’s,
disproving what it had dreamed the most: its unblemished,
its glorified the made-of-marble comfortably crucified
motionlessness.

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

George Seferis_cover

George Seferis’ Speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963 (Translation)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language – and in return I express my gratitude in a foreign language.

I hope you will accept the excuses I am making to myself. I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century,

«We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath – and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence – and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom.

I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that language which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life’s ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired

Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence. In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

~From Nobel Lectures, Literature 1901-1967, Editor Horst Frenz, Elsevier Publishing Company, Amsterdam, 1969

 

Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ την ἀπονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

 

Τούτη την ώρα αἰσθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, η Σουηδικὴ Ἀκαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μία γλώσσα περιλάλητη επὶ αιώνες, αλλὰ στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτὴ την υψηλὴ διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα -πρώτα απὸ τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μία χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ἀκρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρὸς ο τόπος μας, αλλὰ η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Η ἑλληνικὴ γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικὸ αὐτής της παράδοσης είναι η ἀγάπη της για την ἀνθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην ἀρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί απὸ τις Ερινύες.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πώς η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολὺ διαποτίσει την ελληνικὴ ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Κι ένας απὸ τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτὸς ο άνθρωπος ήταν ἀγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλὰ στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικὸ το γεγονὸς ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση καὶ όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ένα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζοῦμε, ο τυραννισμένος απὸ το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τί θα γινόμασταν άν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ένας Θεὸς το ξέρει άν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω απὸ τούτο το τραπέζι, την πολὺ μεγάλη διαφορὰ ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης ἐπιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ᾿ ένα ἀρχαίο ελληνικὸ δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορὰ είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορὰ του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν᾿ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνὴ που ονομάζουμε ποίηση. Αυτὴ η φωνὴ που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμὴ απὸ στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νά ῾βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στοὺς πιο απροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αυτὴ δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρὰ μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιὲς όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν᾿ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτὴ τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδικὴ Ακαδημία που ένιωσε αυτὰ τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμὸς της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανὸς να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθὼς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτοῦ του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ᾿ αυτὸ τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν᾿ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτὴ του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλὴ λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλὰ τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

~www.wikipedia.org

I am very pleased to inform you that during the year 2015 I had 11 books published in 4 different countries and in 4 different languages.
In these books I’m either the poet or the translator, or the author, or my work has been translated/published into a different language/country.
Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνω ότι το 2015 είχα 11 βιβλία μου που εκδόθηκαν σε 4 διαφορετικές χώρες και σε 4 διαφορετικές γλώσσες.
Στα βιβλία αυτά είμαι ή ο ποιητής, ή ο συγγραφέας, ή κάποιο μου βιβλίο μεταφράστηκε σε διαφορετική γλώσσα κι εκδόθηκε στην αντίστοιχη χώρα.
Manolis
EROTOKRITOS_cover_Mar26.indd
~EROTOKRITOS, by Vitsentzos Kornaros, Transcribed by Manolis Aligizakis, Rare Collectible Book, limited edition of 100 numbered, signed, and dedicated to each purchaser copies, $ 5,000 each Libros Libertad, Jan, 2015, http://www.libroslibertad.ca
Manolis----cover
~OSZI FALEVELEK, poetry by Manolis Aligizakis, translated to Hungarian by Karoly Csiby, AB-ART, Gyor, Hungary, 2015
svest
SVEST, poetry by Manolis Aligizakis, translated into Serbian by Jolanka Kovacs, Sziveri, Serbia, 2015
images of absence cover
~IMAGES of ABSENCE, poetry by Manolis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015, http://www.ekstasiseditions.com
CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd
~CARESSING MYTHS, poetry by Dina Georgantopoulos, translated into English by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
11414395_1115336121826108_614062975_n
Άσματα του Παραλόγου, poetry by Manolis Aligizakis, ΕΝΕΚΕΝ, Salonica, Greece, 2015
exo
ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, poetry by Manolis Aligizakis, SAIXPIRIKON, Salonica, Greece, 2015
!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus
HOURS of the STARS, Poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
Hear Me Out_cover_Jun9.indd
HEAR ME OUT, LETTERS TO MY EX-LOVER, by Tzoutzi Matzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
A FOGOLY 03
~ A FOGOLY, a novel by Manolis Aligizakis, translated into Hungarian by Karoly Csiby, AB-ART, Slovakia, 2015
Chthonian Bodies_cover_Oct2.indd
~ CHTHONIAN BODIES, paintings by KEN KIRKBY-poetry by MANOLIS, Libros libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca

Manolis-hours

CENTAUR

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

kiki-dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.