Posts Tagged ‘μάτια’

CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd

ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

Αντικριστά καθίσαμε
με τα μάτια φτιάξαμε σιωπή
η σιωπή μας λέξεις
που δε ξέραμε τι να τις κάνουμε
αντικριστά μα όχι δίπλα
κοιτάζοντας τα χέρια
που φώναζαν τη βουβή
ανάγκη τους για λέξεις
που χαιδεύουν

Έσκυψες και φίλησες
τη σιωπή των χεριών μου
μίλησε η ματιά με τη βροχή
SILENCE OF HANDS

We sat opposite each other
with our eyes we created silence
our silence words
we didn’t know how to use
opposite not next to each other
seeing our hands
that cried their silent
need for words
that caress

You leaned and kissed
the silence of my hands
my glance talked to the rain
~CARESSING MYTHS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2015

Cloe and Alexandra_cover_aug265

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθίσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

THE AFTERNOON LIGHT

He was sitting at the next table
engaged in his own affairs
but every now and then
he turned to look at me
staring me in the eyes.
Before he sat opposite me
it was the languid afternoon light
which bathed the tables,
the clean tablecloths
and further off the rocks and trees.
And before all this happened
I was sunk in an overwhelming languidness,
in an overwhelming peacefulness,
which predisposed and prepared me
for such a thing to relish:
in that wondrous light
a man staring at me.

 

~Cloe and Alexandra, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2013

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ

Τό συμπαθητικό του πρόσωπο, κομάτι ωχρό
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμο του
—τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου—
ασκόπως περπατεί μες στην οδό
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.
IN THE STREET

His likeable face, kind of pale;
his brown eyes, kind of sleepy;
twenty five years old, but he looks more like twenty;
with something artistic in his clothes,
a bit of color in his tie, the shape of his collar—
aimlessly he walks the streets,
as if still hypnotized by the questionable delight,
the carnal delight he has just enjoyed.

 

images of absence cover

ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ήξερε είχε ακόμα χρόνο προτού
τον εκτελέσουν. Ξάπλωσε
στο τσιμεντένιο πάτωμα να νιώσει
τη δροσιά του κάτω κόσμου, εκεί
που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η σκληρότητα της πλάκας
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
ολόψυχρη μπροστά στα μάτια του

ξάφνου γύρισε προς το μέρος μου
γέλασε ένα βιαστικό, βραχύ γέλιο
σαν να ζεστανόταν για μια ομιλία
που θ’ αρχινούσε αλλά δίχως να πει
κουβέντα άρπαξε το σακκούλι και
μου το `δωσε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του

και σφράγισε τ’ αυτιά με τις παλάμες
μόλις μπήκε ο ιερέας
απ’ την πόρτα ψάλλοντας

 

CONVICT

He knew there was still time
until the execution. He lied
flat on the concrete floor
to feel the freshness
of the underworld where
the souls freeze at night
the hardness of the slab
against his flesh a slap like
a frozen door shut before his eyes

suddenly he turned towards me
laughed a hasten short laughter
as if warming up for
an important speech he had to give
and without any word
he grabbed his bag and
passed it over to me as if
he settled his last affairs

then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the door

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ORION

Your sin will always be more than enough
in the silent hospitality of earth
your evil thought will always harm your eyes
that you carry in your two hands
like broken street lamps
yet you’ll follow the path of the sun
guided by the hammering of water
that builds houses and laboratories
of gods in the sea floor
you’ll follow the path of the sun
accepting the advice of children
who direct flocks of shadows and thunderbolts
that you’ll have as a roommate the fairy
dressed in the morning shyness
that you’ll reign over
the fruitful earldom of October
hunted hunter
with the insubordinate belt
brother of my fear and my lust
and blood brother

ΩΡΙΩΝ

Πάντα θά περισσεύει τό κρίμα σου
πάνω στή βουβή φιλοξενία τῆς γῆς.
Πάντα ἡ κακή σου γνώμη
θά σοῦ σαραβαλιάζει τά μάτια
νά τά κρατᾶς στά δυό σου χέρια
σά σπασμένα φανάρια.
Ὅμως θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ὁδηγημένος ἀπό τῶν νερῶν τίς σφυριές
πού χτίζουν στούς βυθούς
τά σπίτια τῶν θεῶν καί τ’ ἀργαστήρια.
Θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ἔχοντας συβουλατόρους τά παιδιά
πού σαλαγᾶνε τά κοπάδια τῶν ἴσκιων καί τῶν κεραυνῶν.
Γιά νά ᾽χεις ὁμοθάλαμη κάποια νεράϊδα
ντυμένη πρωινή ντροπαλοσύνη.
Γιά νά ἡγεμονεύεις
στίς καρπερές κομητεῖες τοῦ Ὀκτώβρη.
Κυνηγημένος κυνηγός
μέ τήν ἀδάμαστη ζώνη.
Τοῦ φόβου καί τοῦ πόθου μου ἀδερφός.
καί ἀδερφοποιτός.

HOURS OF THE STARS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

images of absence cover10997801_10152602779261612_127838949131358138_o

POEM

Your image came to my mind

I took pencil and paper
to immortalize
your smiling lips
your playful eyes
to extol with words

but I tried very hard
and my fingers played
with the pencil
yet I found not a word
the poem of your image
to compose

ΠΟΙΗΜΑ

Στο νου μου ήρθε η μορφή σου

Πήρα μολύβι και χαρτί
τα χείλια σου τα γελαστά
για ν’ αποθανατίσω
τα παιγνιδιάρικά σου μάτια
με λόγια να παινέψω

μα έστυψα το νου
και το μολύβι έπαιξα
στα δάχτυλα δίχως
λέξη καμμιά να βρώ
το ποίημα της μορφής σου
για να γράψω

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θέλω νά σού δείξω αυτά τά ρόδινα σύννεφα μέσα στή νύχτα.

Μά εσύ δέ βλέπεις. Είναι νύχτα—τί νά δείς;

Λοιπόν, μού μένει νά κοιτάξω μέ τά μάτια σου, είπε,

γιά νά μήν είμαι μόνος, νά μήν είσαι μόνος. Κι αλήθεια,

δέν είναι τίποτα πρός τά εκεί όπου σού έδειχνα.

Τ’ αστέρια μόνο στριμωγμένα μές στή νύχτα, κουρασμένα

σάν τούς εκδρομείς πού γυρνάνε μ’ ένα φορτηγό

μετανιωμένοι, νυσταγμένοι, δίχως νά τραγουδάνε,

μέ τ’ αγριολούλουδα μαραμένα στίς ιδρωμένες παλάμες τους.

Μά εγώ θά επιμείνω νά δώ καί νά σού δείξω, είπε,

γιατί άν δέ δείς κ’ εσύ θάναι σά νά μήν είδα—

θά επιμείνω τουλάχιστο νά μή βλέπω μέ τά μάτια σου—

κ’ ίσως μιά μέρα, απ’ άλλο δρόμο, νά συναντηθούμε.

PERHAPS SOMEDAY

I want to show you these rosy clouds in the night.

But you can’t see. It is night – what can you see?

Then, I can see through your eyes, he said,

that I won’t be alone, that you won’t be alone And truly,

there is nothing to the direction I pointed.

Only stars crowded together in the night, tired

like people on a picnic who come back on a truck

regretful, sleepy, nobody singing,

with wilted wildflowers in their sweaty palms.

But I shall insist in seeing and showing you, he said,

because if you don’t see it is as if I didn’t see –

I shall insist at least not seeing with your eyes –

and perhaps someday, from different directions, we shall meet.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selecteeed Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια τους

σάν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιόγερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

 

Όταν σφίγγουν τό χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος γιά τόν κόσμο,

όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μές απ’ τ’ άγρια γένεια τους,

όταν κοιμούνται δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τίς άδειες τσέπες τους,

όατν σκοτώνονται η ζωή τραβάει τήν ανηφόρα

με σημαίες καί μέ τραμπούλα.

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt

 

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life

 

~Yannis Ritsos—Romiosini

Translated by Manolis Aligizakis