Posts Tagged ‘μάρμαρο’

cavafy copy.jpg

 

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ

Καθώς πού θά τό ακούσατε, δέν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τά χέρια μου περνά.
Καί στήν πατρίδα μου, τά Τύανα, καλά
μέ ξέρουνε κ’ εδώ αγάλματα πολλά
μέ παραγγείλανε οι συγκλητικοί.

Καί νά σάς δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν τήν Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τόν Πομπήϊον. Ο Μάριος
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο πού μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θά τόν ξαναγγίξω).
Πλησίον στού μαρμάρου τού κιτρινωπού
εκείνα τά κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Καί τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
νά κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως γιά τ’ άλογά του, πώς νά πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι νά γίνουν πού
τά σώματα, τά πόδια των νά δείχνουν φανερά
πού δέν πατούν τήν γή, μόν τρέχουν στά νερά.

Μά νά τό έργον μου τό πιό αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα καί τό πιό προσεκτικά
αυτόν, μιά μέρα τού καλοκαιριού θερμή
πού ο νούς μου ανέβαινε στά ιδανικά
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τόν νέο Ερμή.

 

SCULPTOR OF TYANA
As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands.
And in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them,
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs, show that they don’t touch
the earth, but run over water.

But here is my most beloved creation,
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day,
when my mind ascended to the ideals,
I had a dream of him, this young Hermes.

Advertisements

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

CENTAUR

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of the impenitent sea.
Rustle of naked leaves, punished
incessantly lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble.
And time gathers the wings of ash
with the blond gables to debate
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

 

Τό ξέρω η ώρα πιά είναι περασμένη. Άφησέ με,

γιατί τόσα χρόνια, μέρες καί νύχτες καί πορφυρά μεσημέρια,

έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη καί πάναγνη,

ακόμη στή συζυγική μου κλίνη πάναγνη καί μόνη

γράφοντας ένδοξους στίχους στά γόνατα τού Θεού,

στίχους πού, σέ διαβεβαιώ, θά μείνουνε σά λαξευμένοι σέ άμεμπτο

         μάρμαρο

πέρα απ’τή ζωή μου καί τή ζωή σου, πέρα πολύ. Δέ φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Τούτο τό σπίτι δέ μέ σηκώνει πιά.

Δέν αντέχω νά τό σηκώνω στή ράχη μου.

Πρέπει πάντα νά προσέχεις, νά προσέχεις,

νά στεριώνεις τόν τοίχο μέ τό μεγάλο μπουφέ

νά στεριώνεις τόν μπουφέ μέ τό πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

νά στεριώνεις τό τραπέζι μέ τίς καρέκλες

νά στεριώνεις τίς κα΄ρέκλες μέ τά χέρια σου

νά βάζεις τόν ώμο σου κάτω απ’ τό δοκάρι πού κρέμασε.

Καί τό πιάνο, σά μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δέν τολμάς νά τ’ ανοίξεις.

Όλο νά προσέχεις, νά προσέχεις, μήν πέσουν, μήν πέσεις. Δέν αντέχω.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Τούτο τό σπίτι, παρ’ όλους τούς νεκρούς του, δέν εννοεί νά πεθάνει.

Επιμένει νά ζεί μέ τούς νεκρούς του

να ζεί απ’ τούς νεκρούς του

νά ζεί απ’ τή βεβαιότητα τού θανάτου του

καί νά νοικοκυρεύει ακόμη τούς νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια

         κάι ράφια.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

 

 

I know it’s late Let me come

because for so many years day and night and purple noon

I remained lonely unyielding adamant and immaculate

still in my marriage bed immaculate and lonely

writing glorious verses on the knees of God

verses that I assure you will remain as incised in

impeccable marble

beyond my life and your life farther beyond It’s not enough

Let me come with you

 

This house cannot contain me anymore

I can’t endure carrying it on my back

you have to always be careful very careful

to support the wall with the large buffet

to support the buffet with the very old engraved table

to support the table with the chairs

to support the chairs with your arms

to place your shoulder under the dangling beam

And the piano is like a closed black casket You don’t dare open it

You have to always be careful very careful so that they won’t fall

so that you

won’t fall I cannot stand it

Let me come with you

 

This house despite all its dead it doesn’t intend to die

It insists on living with its dead

to keep on living off its dead

to live in the certainty of its death

and to take care of its dead in decrepit beds

and shelves

Let me come with you