Posts Tagged ‘λύπη’

cover

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΗ

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.
AT THE BROTHEL

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

 

TASOS LIVADITIS BIOGRAPHY

Tasos Livaditis (Anastasios Panteleimon Livaditis) was born in Athens April 20, 1922, son of Lissandros Livaditis and Vasiliki Kontoloulou. He was enrolled in the Law School of the University of Athens. German occupation interrupted his studies and his involvement with the Resistance and the political party EPON. His father, bankrupt by this time died during the occupation years and while the poet was exiled in Makronisos his mother also died. In 1946 he got married to Maria Stoupa, the valuable companion of his life and they had a daughter, Vassiliki. That same year he made his first literary appearance with the publication of his poem The Hatzidimitri Song in Elefthera Grammata. In 1947 he coordinated the release of the literary magazine Themelio. The years 1948-1952 he was exiled in Moudros, Saint Stratis, Makronisos along with all leftist artists and thinkers, Yannis Ritsos, Aris Alexandrou, Manos Katrakis, and many others. In 1952 his poetry books Battle at the Edge of the Night and This Star is for all of us were noticed. Three years later he was taken by the police because of his book It Blows in the Crossroads of the World but he was acquitted. His book Women with Equine Eyes, 1958, was a landmark in his literary career and his turn into the introverted and existential poetry of his middle life. In 1961 he went on a country tour along with Mikis Theodorakis who presented his poems set in music and Tasos Livaditis interacted with the audience reciting his poems and talking to them. The same year he collaborated with Kosta Kotzias in the writing of the script and the poems for the Alekos Alexandrakis film Neighbourhood of Dreams which was the turning point of Greek cinema but which was censored by the police. Livaditis co-operated with the newspaper Avgi from 1954-1980 with the exception of seven years during the dictatorship of the four colonels and with the magazine Art Review1962-1966 where he published a few political reviews and critiques. During the dictatorship 1967-1974 he translated various Greek literary works for commercial magazines in order to earn his living while he reminiscent the old days of the struggle and he reflected at the harshness of modern day life something he couldn’t accept a stand that reflected in his poetry of those days and in particular in his book Night Visitor. In 1986 he published his book Violets for a Season which is considered his swan song. He died in Athens, October 30th 1988 of an abdominal aneurism. The rest of his hand written poems were published after his death in a book titled Autumn Handwritings.
He was the recipient of the First Poetry Prize in the World Youth Poetry Festival of Warsaw 1953, the First Poetry Prize of the City of Athens, 1957; the second National Literary Prize for poetry 1976; the First National Literary prize for poetry 1979.
Livaditis was a founding member of the Company of Writers.
His verses were set in music by Mikis Theodorakis, Manos Loizos, George Tsagaris and other Greek music composers.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanlis.wordpress.com

Advertisements

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

Eθνικός Ποιητής της Ελλάδας/National Poet of Greece

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.

Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.

Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. Το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές και χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

KOSTIS PALAMAS

Kostis Palamas (Greek: ΚωστήςΠαλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.

Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland“, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.

Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.

The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum“, as well as many temporary exhibitions.

He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem,[2]The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

“RUINS” from the book “Still Life”
Translated by Alex Moskios

I returned to my golden playgrounds,
I returned to my white boyhood trail,
I returned to see the wondrous palace,
Built just for me by love’s divine ways.
Blackberry bushes now cover the boyhood trail,
And the midday suns have burned the playgrounds,
And a tremor has destroyed my palace so rare,
And in the midst of fallen walls and burned Timbers,
I remain lifeless; lizards and snakes
With me now live the sorrows and the hates;
And of my palace a broken mass now remains.

“GRIEF” from the book “Heartaches of the Lagoon”
Translated by Alex Moskios

My early unforgettable years I lived them
close to the sea,
there by the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

And every time that my budding, early life
comes back to me,
and I see the dreams and hear the voices
of my early life there by the sea,

you, oh my heart, feel the same old yearning:
if I could live again,
close to the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

Was it really my destiny, was it my fortune,
I haven’t met another
a sea within me as shallow as a lake,
and like an ocean boundless and big.

And, lo! In my sleep a dream brought her
close again to me,
the same there shallow and calm sea,
the same there boundless and open sea.

Yet, thrice be alas! A grief was poisoning me,
a powerful grief,
a grief that you did not lighten, my dream
of my great early love, my home by the sea.

What storm, I wonder, was raging in me,
and what whirlwind,
that couldn’t put it to rest, or lull it to sleep
my wonderful dream of my home by the sea.

A grief that is unspoken, an unexplained grief,
a powerful grief,
a grief not quenched even within the paradise
of our early life close to the boundless sea.

Image

 

ΦΩΝΕΣ

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων πού πεθάναν, ή εκείνων πού είναι

γιά μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους.

Κάποτε μές στά όνειρά μας ομιλούνε,

κάποτε μές στήν σκέψι τές ακούει τό μυαλό.

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από τήν πρώτη ποίησι τής ζωής μας—

σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, πού σβύνει.

VOICES

Ideal and beloved voices

of the dead or those who

for us are lost like the dead.

At times they talk in our dreams;

at times our minds hear them when in thought.

And with their sound, for a moment, echoes

return from the first poetry of our lives—

like distant music, at night, that slowly fades away.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες,

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

Καί περισσότερο τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.

 

 

 

 

 

 

THERMOPYLAE

Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

gallant when rich, and when

they are poor, again a little gallant,

again assisting as much as they can;

Always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will appear in the end

and the Medes will break through at last.

ΤΕΙΧΗ

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Καί κάθομαι καί απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δέν σκέπτομαι: τόν νούν μου τρώγει αυτή η τύχη

διότι πράγματα πολλά έξω νά κάμω είχον.

Ά όταν έκτιζαν τά τείχη πώς νά μήν προσέξω.

Αλλά δέν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τόν κόσμον έξω.

WALLS

Without much thought, without pity, without shame

they’ve built high, thick walls around me.

And now I sit here in despair.

I think of nothing else: this fate consumes my mind;

because I had so many things to do outside.

Ah, why didn’t I notice when they built the walls?

But I never heard the builders, or any sound at all.

Imperceptibly, they shut me off from the world.

~Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com