Posts Tagged ‘λόφος’

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΚΥΚΝΟΣ

Ξεχαστήκαμε σ’ ἐκκλησιές ἀλειτούργητες
ἀπό τοῦ Λεονάρντο τά χρόνια.
Κρεμάσαμε στόν τοῖχο
τήν ἔμορφη πατρόνα τοῦ ρέμπελου
εἰκόνισμα μιᾶς ἀρχέγονης νιότης.
Σε λίμνες
σφηνωμένες στά γένια τῶν βράχων
εἴδαμε τήν ὄψη μας ξένη
νά σκιάζεται τό χαλικισμό τῶν ἀετῶν.
Αὐτό πού ἱστορήσαμε δέν ἦταν δικό μας.
Τούς τζοχανταραίους τῶν πρίνων
στά χαρακώματα κόκκινων λόφων
νά συντρίβουν τό δόρυ τοῦ χειμῶνα.
Τό χορό τῆς πρωίας
πού κρύφτηκε στά σπλάχνα τῆς ὀξυᾶς
καί στή συνοφρύωση τῆς ἀκίνητης πέτρας.
Ὁ δικός μας ἀγώνας
ὁ δικός μας καημός
θάφτηκε στήν ἄκρουγη κόρδα μιᾶς λύρας
πού σάν τήν ἀγγίξεις θά σπάσει.

SWAN

We lost ourselves in unconsecrated churches
since the days of Leonardo.
On the wall we hanged
the beautiful woman of the loiterer
icon of an ancient youth.
In lakes
wedged between the beard of rocks
we saw our strange features
afraid of the thunderous flapping of eagle wings.
What we recounted wasn’t ours.
Coppers of the holy oak
in the trenches of red hills
that shatter the lance of winter.
Morning dance
that hid in the viscera of the oak
and in the frowning of the motionless stone.
Our struggle
our grief
buried in the unstruck chord of a lyre
that will brake on your touch.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.

 

Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.

 

Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.

 

Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.

 

Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun

 

After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill

 

There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade

 

On the hill they all know

that they are closer to the sky

 

But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels

 

~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis