Posts Tagged ‘λεύκες’




Η τελετή είχε αρχίσει. Η πομπή ανηφόριζε το λόφο.

Στα χέρια τους κρατούσαν πεπλοφόρα ξύλινα αγάλματα. Κόρες

με διάφανους χιτώνες ρίχναν κιόλας το ακόντιο. Κάτω απ’ τις λεύκες

οι εννιά ληστές παίζαν τα ζάρια. Πιο κάτω, πλάι στο ποτάμι,

οι αυστηροί ελεγκτές με αδιάβλητη ακρίβεια μετρούσαν

τα όργανα των εφήβων. Ο Εύμολπος, φυγόπονος πάντα,

έτρωγε μια κονσέρβα κάτω απ’ την αψίδα. Τότε, ο Τυφλός,

με άσπρη ταινία στο μέτωπο κι ένα κανίσκι σταφύλια,

πέρασε μπρός μου και μου άφησε στα γόνατα τη λύρα.





The ritual had started. The procession was going up the hill.

In their hands they held wooden statues in peplos. Korae

in diaphanous chitons threw their spears. Under the poplars

the nine thieves rolled the dice. Farther down, by the river,

the strict supervisors counted the phalluses of the ephebes

most accurately. Eumolpos, always lazy,

under the arch, was eating out of a can. Then, the Blind One,

with a white band on his forehead and a basket of grapes,

passed in front of me and placed the lyre on my knees.



YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη




Again a green river plunders me
and accord of grass and poplars
where the gleam of dead snow is forgotten.

And here within the night, mild lamb
has howled with head of blood:

there floods, in the outcry, the time
of the long wolves of winter,
of the well, homeland of thunder.


Ο πράσινος ποταμός με λεηλατεί
κι η αρμονία του γρασιδιού με τις λεύκες
εκεί που λυώνει το χιόνι ξεχάστηκε.

Κι εκεί μέσα στη νύχτα το μικρό αρνάκι
με το ματωμενο κεφάλι βέλαξε:

εκεί πλημυρίζει, στην κατακραυγή,
η ώρα των ατέλειωτων λύκων του χειμώνα
στην ήρεμη πατρίδα του κεραυνού.
~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis