Posts Tagged ‘λάμπα’


ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large



Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τά σεντόνια τους μυρίζουν κα-


Ακουμπάνε τό ψωμί στό τραπέζι γιά νά μή νιώσουμε πώς λείπουν.

Τότε καταλαβαίνουμε πώς φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ τήν καρέ-

κλα καί λέμε:

“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τή λάμπα”.

Όταν ανάβουμε τό σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας

μέ μιάν ανεξήγητη προσήλωση πρός τήν κουζίνα. Η πλάτη της

είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο μέ πολλούς νεκρούς—

τούς νεκρούς τής φαμίλιας, τούς δικούς της νεκρούς καί τόν δικό σου.

Ακούς τό βήμα της νά τρίζει στά παλιά σανίδια

ακούς τά πιάτα νά κλαίνε στήν πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται

τό τραίνο πού παίρνει τούς φαντάρους γιά τό μέτωπο.

~Γιάννης Ρίτσος


Women are very distant. Their bed sheets smell of goodnight

They place the bread on the table so that we won’t miss them.

Then we understand that we did something wrong. We get up

from the chair saying:

“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp”

When we light the match she turns slowly going to

the kitchen with an inexplicable concentration. Her back

is a sad little mountain loaded with many dead –

the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks

you hear the plates crying in the plate rack and then the train

is heard carrying soldiers to the front lines.

~Yannis Ritsos

Translation by Manolis Aligizakis