Posts Tagged ‘κόσμος’

cover

 

ΚΑΠΟΤΕ το σπίτι ξεχειλίζει απ’ την απαντοχή, και δεν έ-
χουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο, όπως την
πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα
εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδυ
μια άρπα ακούγεται σ’ ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα
του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να
χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

 

SOMETIMES the house would overflow of expectation
and we have no place to stand; then we go out to the world
like the first time crying while at the far end the horizon with
its intense abandonment hides us inside the secret, until
at night a harp is heard from the uninhabited house. It’s
the time of the great dreamer who for centuries has never
disappeared yet always walks toward oblivion.
~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca
~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη.

~www.libroslibertad.ca

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

Edouard_Schuré_01

Edouard Schure

krishna-young

KRISHNA

Indian and Brahmanic Initiation

He who creates worlds without ceasing is threefold. He is Brahma, the Father; he is Maya, the Mother; he is Vishnu, the Son; Essence, Substance and Life, each include the others, and all three are one in the Ineffable.

~Brahmanic Doctrine, Upanishads

Thou carriest within thee a sublime Friend whom thou knowest not. For God dwells in the inner part of every man, but few know how to find Him. The man who sacrifices his desires and his works to the Beings from whom the principles of everything stem, and by whom the Universe was formed, through this sacrifice attains perfection. For one who finds his happiness and joy within himself, and also his wisdom within himself is one with God. And, mark well, the soul which has found God is freed from rebirth and death, from old age and pain, and drinks the water of Immortality.

~Bhagavad-Gita

ΚΡΙΣΝΑ
Μύηση Ινδών και Βραχμάνων

Αυτός που δημιουργεί τους κόσμους αέναα είναι τρίπτυχος. Είναι ο Βράχμα ο Πατέρας, η Μάγια η μητέρα κι είναι ο Βίσνου ο Υιός. Ουσία, Υπόσταση και Ζωή το κάθε ένα περιλαμβάνει τα άλλα δύο κι όλα μαζί αποτελούν το Ανέκφραστο.

~Δογματισμός των Βραχμάνων, Ουπανισάντς

Είσαι αυτός που περιέχει στο είναι σου τον ανυπέρβλητο φίλο που καν δεν γνωρίζεις. Γιατί ο Θεός υπάρχει στο είναι του κάθε ανθρώπου αλλά λίγοι γνωρίζουν πώς να τον βρουν. Ο άνθρωπος που θυσιάζει τις επιθυμίες και τα έργα του στις υπάρξεις από τις οποίες στοιχειωδώς τα πάντα που αποτελούν την Οικουμένη πηγάζουν με τη θυσία του αποκτά τελειότητα. Γιατί αυτός που ανακαλύπτει την ευτυχία και τη σοφία μέσα του ταυτίζεται με το Θεό. Και σημειώστε το καθαρά η ψυχή που έχει φτάσει στο Θεϊκό έχει απελευθερωθεί από τις συνεχείς αναγεννήσεις και θανάτους, απ’ τα γηρατειά και τον πόνο και πίνει το νερό της Αθανασίας!

~ Μπαγκαβάντ Γκίτα

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis

kiki-dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

Tasos Livaditis_Vanilla

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νλύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου ελίπανε τα
μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμς μες στον κόσμο είταν η
καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά — θυμάσαι ; — μου
άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπείς ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

THIS STAR IS FOR ALL OF US

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I would go back and forth with the pencil
it was as if I learned to write songs for you.
When I would touch the wet glass of the window it was
because you were late
when at night I would gaze the stars it was
because I missed your eyes
and when my doorbell rang and I opened
no one was there. However somewhere in the world
your heart was beating.

I’ve lived this way. Always.
And when we first met—you remember?—you
opened your arms ever so tenderly
as though you had known me for years. But of course
you knew me. Because before you came to my life
you had lived in my dreams
my beloved.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

35774-tl

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

      Καθώς προχωρούσα στό διάδρομο, είδα μέ τρόμο, ότι η ρωγμή

στόν τοίχο είχε μεγαλώσει καί δέν τήν σκέπαζε πιά η πανοπλία πού

βάζαμε μπροστά, ετοίμασα λοιπόν, τά πράγματά μου, μά έπρεπε

πρώτα ν’ αποχαιρετίσω εκείνο τό γέρο, ερχόταν τίς νύχτες κρυφά

καί μάς διηγόταν τήν ατέλειωτη γλύκα αυτού τού μάταιου κόσμου,

      ώσπου, σιγά σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πιά δέ

φαινόμουν, καί μόνο τά παλιά πορτρέτα μέ γνώριζαν, γιατί ήταν κι

εκείνα αθέλητα μέσα στόν κόμσο, όμως, τά βράδια, αυτό τό άγγιγ-

μα βέβαια φανταστικό, αλλά στό τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα

τά μάτια μόλο πού δέν ήταν κανείς, «είστε εδώ;» ρώταγα — τί

άλλο μπορούσα νά κάνω.

TOUCH

As I walked in the hallway, in horror I saw that the crack

on the wall was bigger and the armour we placed before it

didn’t cover it anymore so I prepared my things, but first

I had to say goodbye to that old man who secretly came at night

and told us about the endless sweetness of this futile world,

     until, slowly after so much abandonment I was almost

invisible and only the old portraits recognized me because

they were also unwillingly in the world however at night

this touch, imaginary of course though at the end always

victorious and I turned my eyes although no-one was

around “are you here” I would ask—what else could

I do?

ken's

Evening Vesper

In limpid mirror let me

see my idol fresh off

the evening’s vesper

imperceptible touch

dreamy incline of thought

pasted on plain sight

eulogy flying over my head

to meet my likeness

in two worlds

which the real

which the idol

the identical twins we must be—

upper world where we fly

underworld where we dwell

step by step where we learn

its girth and birth where one

plus one always equals oneness

Ύμνος Εσπέρας

Στο διάφανο καθρέφτη άσε με  να δώ

το είδωλό μου φρέσκο στον ύμνο

της εσπέρας, ανεπαίσθητο άγγιγμα

ονειρεμένη σκέψη ανυψωμένη,

κολλημένη σε απλή ματιά

ευλογία να πετά πάνω απ’ το κεφάλι μου

να βρει το ομοίωμά μου

δυο κόσμοι, ποιος ο αληθινός

και ποιο το είδωλο

μονωογενείς δίδυμοι είμαστε

επάνω κόσμος που πετούμε

κάτω κόσμος που ρίζες απλώνουμε

βήμα το βήμα διδασκόμαστε

το πλάτος και το μάκρος του

εκεί που ένα και ένα έχουν σαν

αποτέλεσμα την απόλυτη μονάδα

~Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη/PoembyManolisAligizakis

~Πίνακας Ken Kirkby/Painting by Ken Kirkby

~ “Mythography”/ “Μυθογραφία”

www.libroslibertad.ca

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια τους

σάν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιόγερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

 

Όταν σφίγγουν τό χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος γιά τόν κόσμο,

όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μές απ’ τ’ άγρια γένεια τους,

όταν κοιμούνται δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τίς άδειες τσέπες τους,

όατν σκοτώνονται η ζωή τραβάει τήν ανηφόρα

με σημαίες καί μέ τραμπούλα.

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt

 

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life

 

~Yannis Ritsos—Romiosini

Translated by Manolis Aligizakis