Posts Tagged ‘κουμπιά’

Ritsos_front large



Κυριακή. Γυαλίζουν τα κουμπιά στα σακκάκια
σα μικρά γέλια. Το λεωφορείο έφυγε.
Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο
να μπορείς ν’ ακούς και ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τα πεύκα
ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μια γυναίκα
είπε σε κάποιον καλημέρα—μια τόσο απλή και φυσική
που θάθελες κ’ εσύ να μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τα πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Να μπορείς να κοιτάζεις
έξω από σένα — ζεστασιά και ησυχία. Να μην είσαι
“μονάχα εσύ”, μα “και εσύ”. Μια μικρή πρόσθεση,
μια μικρή πράξη της πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,
που κ’ ένα παιδί μπορεί να την πετύχει παίζοντας στο φως
τα δάχτυλά του
ή παίζοντας αυτή τη φυσαρμόνικα για ν’ ακούσει η γυναίκα.



Sunday. Buttons of coats shine
like small laughter. The bus is gone.
Some cheerful voices – strange
that you can hear and you can answer. Under the pine trees
a worker is trying to learn harmonica. A woman
said good morning to someone – so simple and natural good
that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside
yourself – warmth and serenity. Not to be
‘just yourself ’ but ‘you too’. A small addition,
a small act of practical arithmetic easily understood
that even a child can successfully do by playing with his fingers
in the light
or playing this harmonica so the woman can hear it.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis



          Σκέφτομαι, κάποτε, σέ μιά ιδιαίτερη ώρα, νά διηγηθώ όλες τίς

λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-

στια στόν απέναντι τοίχο ή γιά εκείνη τή γυναίκα στό πάρκο, πού

ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, καί λέω καρφωμένη

χωρίς ίχνος υπερβολής, τά καρφιά εξείχαν σάν μικρά κουμπιά πάνω

απ’ τά ρούχα της, ενώ η τσάντα μέ την ταυτότητά της κυλούσε

μές στό ρυάκι, γιά νά μήν ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-

βηκα στή σοφίτα πού μού `χαν παραχωρήσει γιά τή νύχτα, είδα

πώς είχαν μετακομίσει, καί δέν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή

είχαν πάντα τό φόβο τού ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές πού όλοι περί-

μεναν τό αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί

εκείνοι δέν πηγαινοέρχονταν στό διάδρομο, νά δούν ακριβώς πίσω

απ’ τήν πόρτα τού βάθους.

         Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, μέ τήν ελπίδα να ξαναβρώ

εκείνη τή χαμένη ψυχή.







     Sometimes, that special hour, I think of narrating all the details:

how, for example, this incurable disease started on the opposite wall

or about that woman in the park, whose body was nailed on the bench,

and I say this without exaggeration, the nails protruded from her cloths

like small buttons, while her purse with her identity card floated down

the creek, that we couldn’t find out anything about her, and as I

went up to the loft they allotted to me for the night, I discovered they

had moved and only hay was left behind, because they always had

the fear of comedown, and there were moments when everyone

anticipated the inescapable and when the night fell serenely, they

quietened down, because the others weren’t going back and forth

in the hallway to look behind the door at the far end.

     For this I’ve stayed on the sidelines, with the hope of rediscovering

that lost soul.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis