Posts Tagged ‘κουζίνα’


Hear Me Out_cover_Jun9.indd

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015


Ritsos_front large


Δέ θάθελες νά σημάνω τό κουδούνι, νά σού φέρουν κάτι; — λίγο βύσ-


ή λίγο νεραντζάκι, —  ίσως νά μένει κάτι στά μεγάλα βάζα

ζαχαρωμένο πιά, πηγμένο — άν βέβαια, κάτι έχουν αφήσει

οι λαίμαργες δούλες. Τά τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη

μέ τά γλυκίσματα — τί άλλο νά κάνεις;

                            Ύστερα απ’ τήν Τροία, — η ζωή μας στή Σπάρτη

πολύ πληχτική — σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μές στά


ανάμεσα στά στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων, κι οι μνήμες,

ξέθωρες κ’ ενοχλητικές, νά σέρνονται ξωπίσω σου, μές στόν καθρέ-


όταν χτενίζεις τά μαλλιά σου, ή μέσα στήν κουζίνα, νά προβαίνουν

μές απ’ τούς λιπαρούς ατμούς τής χύτρας και ν’ ακούς μέ τό νερό

          πού κοχλάζει

κάτι δακτυλικούς εξάμετρους από κείνη τήν Τρίτη Ραψωδία

ενώ ένα πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ τό κοττέ-

          τσι τού γειτόνου.

Τήν ξέρεις δά τή μονότονη ζωή μας. ΄Ώς κ’ οι εφημερίδες

ίδιες στό σχήμα, στό μέγεθος, στούς τίτλους, — δέν τίς διαβάζω

          πιά. Κάθε τόσο

σημαίες στά μπαλκόνια, εθνικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις

σαν κουρντισμένες — μόνο τό ιππικό διατηρούσε κάτι το αυτοσχέ-


κάτι προσωπικό — εξαιτίας τών αλόγων ίσως. Σηκωνότανε σύννε-

         φο η σκόνη

κλείναμε τα παράθυρα — νά κάθεσαι ύστερα νά ξεσκονίζεις ένα ένα

βάζα, κουτάκια, κορνίζες, πορσελάνινα αγάλμάτια, καθρέφτες,



Wouldn’t you like me to ring the bell to bring you something? – some

         sweet black cherries

or a bit of candied bitter orange peel – perhaps I still have some left

in the big jars turned into congealed sugar by now – if of course the

greedy servants have left some. The last years I’ve been making

sweets – what else could one do?

                                              After Troy – our life in Sparta was

so boring – really isolated. All day long closed inside

          the houses

amid the crowded loot of so many wars and memories

faded and annoying, that crawled behind you in the


while you combed your hair or in the kitchen, they rose up

from greasy steam of the pot and you hear from within

         boiling water

some dactylic hexameters from that Third Rhapsody

while a rooster crows discordant nearby from the neighbor’s



You surely know how monotonous our life is. Even the


have the same shape and size – I don’t read them

          anymore. Every so often

flags on the balconies, national celebrations, army parades of

wound-up soldiers – only the cavalry maintained something


something personal – perhaps because of the horses. Dust would

         rise like a cloud

we closed the windows – what’s the use: after all one had to dust

one by one all the vases, little boxes, porcelain statuettes, mirrors,