Posts Tagged ‘καρδιά’

autumn leaves cover

ΜΕΘΟΔΙΚΟΣ

Κράτησε στην καρδιά του
όλα τα όνειρα και τις φιλοδοξίες
την ελπίδα ξέχωρα βάζοντας
σε καθάριο βάζο κρυστάλινο

με τη μονοτονία παντοτινή συντρόφισσα
και καλοβολεμένη στον καναπέ
την ώρα που δεν είχε ίσκιους

περπάτησε προς την ακρογιαλιά
μέσα του ό,τι μπορούσε να `παιρνε
από τον ήλιο και το ατέλειωτο μπλε.

Κι αφού όλα τα ζωγράφισε
με των ματιών τις κόρες
στο λαμπερό του ερημοκλησιού

ασβέστωμα τ’ άφησε αγιασμένα
μες στη λεπτή της ρίγανης ευωδία
ετοιμάστηκε κι άλλαξε ρούχα

κι έφυγε σφίγγοντας στην παλάμη
το νόμισμα το αργυρό για το μοναχικό
βαρκάρη που αντίκρυ θα τον παει.
METHODICAL

He kept his dreams
ambitiously hidden in his heart
he placed hope with monotony

in separate crystalline vase and
at the time of the shortest
shadows he walked

to the shore to take in him
all he could of the endless blue
and after on his irises he painted

the beautiful little cove
the houses, the gleaming
whitewashed chapel

he blessed them all
with the aroma of oregano
he changed his cloths and

tightly in his palm he kept
a shiny coin for the lone
ferryman who would take him across.

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

Advertisements

cover

SIMPLE TALK

Now we want to put our hands in our armpits
to look whether a star gleams in the sky
to remember that face
against the opening of the door
but we can’t remember
we have no time to remember
we don’t have time but to stand tall
and to die.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

cover
~Love…transcendence of space and time
~Αγάπη…πέραν χρόνου και τόπου

My beloved
I love you more than I can say in words.
Yes, my beloved. Long before I met you
I had waited for you. I had always waited for you.

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I played the pencil with my fingers
it was as if I learned to write songs for you.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια.
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ON A WINTER SUN RAY

4.

Some years ago you said
“Basically I am a matter of light.”
And still today when you lean
on the wide shoulders of sleep
even when they anchor you
to the drowsy breast of pelagos
you search in corners where blackness
has turned thin with no resistance
you grope for the spear
that spear destined to pierce your heart
and open it to the light.

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Δ’
Είπες εδώ και χρόνια:
“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.”
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

 

Image

Παραδοχή

Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα

καίγιάτόθάνατο.

Acceptance

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

Φεγγάρι

Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

Moon

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

Παιδικό

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.

Childish

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά

καρδιά.

Θυμάσαι;

Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών

υπουργείων

τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-

λογίζομια

καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

~Τάσος Λειβαδίτης

DON’T AIM AT MY HEART

Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

in your pocket.

I bet you have a heart on the left

side of your chest.

Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday

shoes

on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

of Ministries

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.

Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.

Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

~Tasos Livaditis-Translation Manolis Aligizakis

74979_3629791323956_2077615219_n

Είπες εδώ καί χρόνια:

“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.

Καί τώρα ακόμη σάν ακουμπάς

στίς φαρδιές ωμοπλάτες τού ύπνου

ακόμη κι όταν σέ ποντίζουν

στό ναρκωμένο στήθος τού πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου τό μαύρο

έχει τριφτεί καί δέν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τή λόγχη

τήν ορισμένη νά τρυπήσει τήν καρδιά σου

γιά νά τήν ανοίξει στό φώς.

~Γιώργος Σεφέρης

ΟΝ A RAY OF WINTER LIGHT

Some years ago you said

‘Basically I am a matter of light.’

And still today when you lean

on the wide shoulders of sleep

even when they anchor you

to the drowsy breast of pelagos

you search in corners where blackness

has turned thin with no resistance

you grope for the spear

that spear destined to pierce your heart 29

and open it to the light.

~George Seferis,

Translation by Manolis Aligizakis

 

vernal equinox

Airy

Little huts
wounded dreamers
arrowed hearts

she said—

looking through
the open window
at a small vessel’s smoke
creating apparitions
of unequivocal grandeur
touch my puberty
with the feather’s softness

she said—

but leave my desire intact

Αέρινα

Μικρά καλυβάκια
λαβωμένοι ονειροπώλες
τoξευμένες καρδιές

εκείνη είπε—

αγναντεύοντας μέσα
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
του μικρού σκάφους τον καπνό
που δημιουργούσε αιθέριες σκιές
απερίγραφτης ομορφιάς

άγγιξε την ήβη μου

με την απαλότητα του φτερού
εκείνη είπε—
όμως άφησε τον πόθο μου ανέγγιχτο

 

~”Vernal Equinox”, Ekstasis Editions, Victoria 2011